Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΛΟΙΠΟΝ (Μ.ΣΤΡΙΓΚΟΥ)



ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΛΟΙΠΟΝ... (της Μαρίας Στρίγκου)



Τη βραδιά που πέθανε η Σάρα απ’ τις αναθυμιάσεις του μαγκαλιού στεκόμουν για ώρα μπροστά στην μπαλκονόπορτα. Ψόφο έκανε έξω. Άχνιζα το τζάμι με την ανάσα μου κι έγραφα με το δάχτυλο το όνομά σου. Ύστερα το έσβηνα γρήγορα – γρήγορα ντροπιασμένος.

Ούτε στην πολυκατοικία που έμενα ανάβανε τα καλοριφέρ. Πού λεφτά για κοινόχρηστα, πού λεφτά για τη ΔΕΗ. Στον δεύτερο η οικογένεια πεινούσε «διακριτικά». Και στον τρίτο και οι δυο άνεργοι. Μέρα παρά μέρα δέρνανε τον έρωτά τους με χαστούκια μήπως ζωντανέψει.

Δεν ξέρω γιατί σ’ ερωτεύτηκα πανάθεμά με.

Τόσο διαφορετική από εμένα, τόσο ξένη και τόσο μακρινή. Να δεις, που άμα ξανασυναντηθούμε πάλι για τον «υπεράνθρωπο» του Νίτσε θα μου πεις. Κι εγώ θα παλεύω να τον φτάσω. Μπας και με δεις με άλλα μάτια.

Δίπλα μας πεθαίνουν άνθρωποι αγαπημένη. Μας αλέθει το σύστημα στα αιχμηρά του δόντια, μας ροκανίζει και μας σκορπά, φτύνοντας μακριά αυτά που λέγαμε πως είναι το έχει μας. Αξιοπρέπεια, δικαιώματα, σεβασμός στην ύπαρξη. Καλά είναι τα βιβλία και τα διαβάσματά σου αλλά ρίξε μια ματιά γύρω σου. Τι βλέπεις; Σε ποιο ιδεατό σύμπαν θα μπορούσαμε να κατοικήσουμε αθώοι κι αφελείς τρεφόμενοι μόνο απ’ τη φιλοσοφία;

Στο φούρνο της κυρά Ζωής συναντώ κάθε πρωί ένα γεροντάκι με σβησμένα μάτια. Το μισό της σύνταξης πηγαίνει πια στα φάρμακά του. Ασθματικός, διαβητικός και με πολυνευροπάθεια. Σα να σου λέει ο πρωτομάστορας από ‘κει πάνω το δέκα το καλό! Η χαρά του φαρμακοποιού. Τι να πω στο γεροντάκι, καλημέρα; Το κερνάω κουλούρι Θεσσαλονίκης κι αισθάνομαι μηδενικό ολοστρόγγυλο κι εγώ.

Χριστούγεννα έρχονται και μας σωθήκανε τα θαύματα. Τι να μοιράσω στους ανθρώπους; Πόση μπαγιάτικη χαρά;

Υποταχτήκαμε στη μοίρα του μη αναστρέψιμου και κάναμε μόκο. Εμείς οι νέοι, οι ωραίοι και οι ιδεαλιστές. Οι γενναίοι των δρόμων, η σπορά των αγωνιστών. Περασμένα μεγαλεία μου, πού πάμε; Αν φτάσαμε στις μέρες μας να πεθαίνουν παιδιά απ’ το κρύο κι άλλα να λιποθυμάνε από πείνα, να σκοτώνονται μανάδες και πατεράδες απ’ την απόγνωση και να μαραζώνουν οι παππούδες απ’ το φόβο και την έλλειψη, δεν χωράμε σ’ αυτή τη γη, δεν το καταλαβαίνεις;

Βλέπω αυτούς που επιχειρούν – εγκαίρως – να στολίσουν τα σπίτια τους. Αγωνιούν κι αυτοί, μη νομίζεις. Τι Χριστούγεννα θα κάνω εγώ φέτος έξω απ’ τα μάτια σου; Να ήταν αυτό η μοναδική μου έννοια. Όλα θα ήταν πιο απλά. Κι η τηλεόραση να λέει στη διαπασών για πόρνες επαναστάσεις του συρμού. Να ευλογάνε τα γένια τους αυτοί που κυβερνάνε κι οι άλλοι να κλαυθμηρίζουν δίχως νόημα.

Πεθαίνει ο κόσμος μαλάκες κι εσείς;

Αρπάζω με φόρα τα βιβλία απ’ το ράφι. Κόκκινα των τσιτάτων και των καθοδηγήσεων. Θαλασσιά της ανώτερης συνειδητότητας και της επιστροφής στην ευτυχία. Πράσινα της οικολογίας και της φυσικής ζωής.

Πεθαίνει ο κόσμος μαλάκες κι εμείς;

Τα κουβαλώ στα χέρια μέχρι το δρόμο. Τα στοιβάζω σε σωρό καταμεσής στην άσφαλτο. Ο συνταξιούχος ναυτικός του πρώτου μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι με κοιτά απ’ το στενό του μπαλκόνι. Δεν απορεί. Μονάχα καπνίζει χόρτο και χάνεται.

Από τότε που τον ξέρω. Χρόνια τώρα. Δεν υποφέρεται ο κόσμος των στεριανών μάλλον. Εξευτελιστική σταθερότης!

Του ζητάω φωτιά. Μου πετάει έναν μπλε αναπτήρα. Ευτυχώς δεν περνούν αυτοκίνητα απόψε. Σε σκέφτομαι γαμώτο πολύ ακόμα κι όταν κάνω τρέλες σαν και τώρα. Ξέρω πως δεν θα σου άρεσε καθόλου αυτή η συμπεριφορά. Μοιάζει θλιβερά πρωτόγονη.

Η φωτιά δυναμώνει. Ο γείτονας βάζει δυνατά μουσική.

«Βρέχει φωτιά στη στράτα μου» Σαν την ταινία μου λέει. Σαν την ταινία.

Ταινία γίναμε ρε φίλε. Ασπρόμαυρο μελό της δεκαετίας του ’50 και βάλε. Σιγά – σιγά βγαίνουν κι οι άλλοι στα μπαλκόνια. Στην αρχή απορούν, μετά γελάνε κι ύστερα κατεβαίνουν κάτω. Κουβαλώντας ο καθένας ότι έχει για κάψιμο. Προσφορά στους θεούς μήπως και εξαγνιστούμε. Μια σπασμένη καρέκλα απ’ τον δεύτερο, δυο χαρτόκουτα απ’ τον τρίτο, ένα κάδρο απ’ τον τέταρτο. Η κυρά Κατερίνα που μένει στο ισόγειο μας κερνάει κονιάκ σε γυάλινα ποτηράκια της παλιάς εποχής.

«Να ζεσταθούμε – λέει – να συγχωρέσουμε, να συγχωρεθούμε.»

Καθόμαστε γύρω απ’ τη φωτιά όλοι όσοι κατεβήκαμε στο δρόμο. Κι άλλοι στα μπαλκόνια. Με αναμμένα φώτα ή με κεριά στα χέρια. Κάποιοι κλαίνε. Κάποιοι γελάνε. Κάποιοι αγκαλιάζονται. Σε σκέφτομαι γαμώ το κεφάλι μου. Τι βρήκα κι ερωτεύτηκα σε σένα; Πόσο διαφορετικοί και πόσο ξένοι είμαστε εμείς. Πού να συναντηθούμε;

«Κάνει κρύο απόψε» ακούω μια φωνή δίπλα μου. Τα πόδια μου κόβονται. Απλώνει τα χέρια στη φωτιά να ζεσταθεί. Κι ύστερα μου χαμογελάει.

«Η φωτιά είναι συντροφιά» λέει ξανά η Πέρσα κι ακούω πουλιά να κελαηδούνε στο κεφάλι μου.

«Καλά Χριστούγεννα! Με υγεία!» εύχεται κάποιος απ’ το απέναντι μπαλκόνι. Κι ύστερα κι άλλος κι άλλος. Μείναμε για ώρα να κοιτιόμαστε στα μάτια.

Καλά Χριστούγεννα λοιπόν, με θαύματα καρδιάς και με αγάπη! Συχνά αρκεί!


                                                                               (Από "ΛΟΓΩΝ ΠΑΙΓΝΙΑ", τεύχος 29)





Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

ONLY TIME (ENYA)



ONLY TIME (Τραγούδι της Enya)



Who can say where the road goes
Where the day flows, only time
And who can say if your love grows
As your heart chose, only time

Who can say why your heart sighs
As your love flies, only time
And who can say why your heart cries
When your love lies, only time

Who can say when the roads meet
That love might be in your heart
And who can say when the day sleeps
If the night keeps all your heart
Night keeps all your heart

Who can say if your love grows
As your heart chose
Only time
And who can say where the road goes
Where the day flows, only time

Who knows? Only time

Who knows? Only time


Δείτε τα παρακάτω σχετικά μουσικά βίντεο.








Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

SET FIRE TO THE RAIN (ADELE)



"SET FIRE TO THE RAIN" (Τραγούδι της ADELE)



I let it fall, my heart,
And as it fell, you rose to claim it,
It was dark and I was over,
Until you kissed my lips and you saved me,
My hands, they're strong,
but my knees were far too weak,
To stand in your arms without falling to your feet,

But there's a side to you
that I never knew, never knew,
All the things you'd say,
they were never true, never true,
And the games you'd play,
you would always win, always win,

But I set fire to the rain,
Watched it pour as I touched your face,
Well, it burned while I cried,
'Cause I heard it screaming out your name, your name,

When laying with you
I could stay there,
Close my eyes, feel you here forever,
You and me together, nothing is better,

'Cause there's a side to you
that I never knew, never knew,
All the things you'd say,
they were never true, never true,
And the games you'd play,
you would always win, always win,

But I set fire to the rain,
Watched it pour as I touched your face,
Well, it burned while I cried,
'Cause I heard it screaming out your name, your name

I set fire to the rain,
And I threw us into the flames,
Well, I felt something die,
'Cause I knew that that was the last time, the last time,

Sometimes I wake up by the door,
That heart you caught must be waiting for you,
Even now when we're already over,
I can't help myself from looking for you,

I set fire to the rain,
Watched it pour as I touch your face,
Well, it burned while I cried,
'Cause I heard it screaming out your name, your name

I set fire to the rain,
And I threw us into the flames,
Well, I felt something die,
'Cause I knew that that was the last time, the last time,

Let it burn
Let it burn.


Δείτε περακάτω το σχετικό μουσικό βίντεο.




Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

ΤΑ ΜΟΝΑΧΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝΟΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΤΟΧΑΣΤΗ (ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)




ΤΑ ΜΟΝΑΧΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗ

Επιστολή του Δημήτρη Λιαντίνη σε κάποιο φίλο του τα Χριστούγεννα του 1970 από το Μόναχο όπου σπούδαζε.
(Από το βιβλίο του Δημήτρη Αλικάκου: «Λιαντίνης -- Έζησα έρημος και ισχυρός»)





«Munchen 25-12-‘70

Χριστούγεννα και τούτα. Εκτός από τους κατάδικους, όσοι δεν είναι δυό-δυό στο κελλί, και τους μοναχούς, κείνους που δεν ζουν σε κοινόβια, αλλά σε σκήτες, και τους λιγοστούς, πούχουνε τη δική μου τρέλλα, δεν θα τα πέρασε άλλος όπως εγώ. ...
Ούτε μια καλημέρα, ούτε μια ευχή, ούτε ενός ανθρώπου μάτι και γέλιο. Έχω ένα χοντρό κερί στο κηροπήγιο και μέρα νύχτα καίει. Τράβηξα τις κουρτίνες να κλείσω το φως για να μην βλέπουν τα μάτια και κιοτέψει η ψυχή, κι όλες τις ώρες τραμπαλίζομαι στην καρέκλα μου, σκεπάζομαι από γαλάζιους καπνούς και κολυμπάω στον ποταμό της αμίλητης ύπαρξής μου. Μόνο τ’ αυτιά άφησα ασφάλιστα – σαν τον Οδυσσέα – για να φτάνει ως τη σπηλιά μου ο γιορτερός θόρυβος από το μακρυνό βάθος της πολιτείας. Κι έρχονται φευγαλέα μπροστά μου εικόνες από τα πλούσια Γόμμορα και την ακόλαστη Πομπηία, για να μου θυμίζουν τον ξεπεσμένο άνθρωπο, που όμως δεν επιτρέπεται να του φορτώσουμε την ενοχή.
Μόνο το μεσημέρι κουμπώθηκα ως το λαιμό και τράβηξα μια βόλτα στο μεγάλο κήπο της πόλης. Περπάτησα ώρα πολλή απάνου στα χιόνια, αγνάντεψα το ποταμάκι, τις πάπιες, τα περιστεράκια που κρυώνανε και μαλάκωσε λίγο η ψυχή και το παράπονο. Χιόνι… παγωνιά, πλούτος που σε χτυπάει στα μάτια.
Ύστερα ξαναγύρισα στηλώθηκα, σαν φάντασμα, πάλι μπροστά στη λαμπάδα και κυλάνε οι ώρες, είναι κι όλας έντεκα, απάνου στο καλτιρίμι της διαμαρτυρίας, που ποτέ δεν θα ζητήσει ανταμοιβή. Παρ’ όλα τούτα δεν θα πρέπει να λησμονήσω να σου πω ότι είμαι και κομμάτι χαρούμενος. Κάτι κατάλαβα από το θάμα της Άγιας νύχτας. Ίσως περισσότερα απ’ όσα πιστεύω.
Δικός σου
Δημήτρης»


Δείτε παρακάτω το σχετικό βίντεο.

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΛΙΑΝΤΙΝΗ


ΝΑ ΕΝΑΣ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ! (ΕΛΥΤΗΣ)


 

...ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

(Από μιά συνέντευξη στον Γιάννη Φλέσσα, στο «Βήμα της Κυριακής», στις 24 Δεκεμβρίου 1978)



«Οσο περνάν τα χρόνια, τόσο και περισσότερο η δημοσιότητα με τρομάζει. Με απωθεί, θα έλεγα. Ως και τα βιβλία μου, όταν τα βλέπω στη βιτρίνα, αισθάνομαι παράξενα. Τι να με κάνετε, λοιπόν, εμένα; Δεν είμαι καμωμένος για τη βιτρίνα. Πολλοί νομίζουν ότι αυτό είναι έλλειψη φιλοδοξίας. Καθόλου. Απλούστατα, δεν καταλαβαίνω τι σόι φιλοδοξία είναι να είσαι δαχτυλοδειχτούμενος και να σε υποδέχονται με χειροκροτήματα. Εμένα η φιλοδοξία μου είναι να αισθάνομαι τρυπωμένος με τη μορφή βιβλίων στη τσάντα κάποιου νέου ή κάποιας κοπέλας, σε ώρες μοναξιάς. Η μυστική επικοινωνία είναι το παν. Και η διάρκεια.

Ποίηση για μένα είναι πόλεμος προς τον χρόνο και τη φθορά. Κλεισμένος στα πενήντα τετραγωνικά μου, συνεχίζω αυτόν τον πόλεμο. Και άσχετα εντελώς αν βγαίνω νικητής ή όχι, σε μια τέτοιου είδους μάχη, ομολογώ, βρίσκω την ύψιστη ικανοποίηση. Σε μιαν εποχή θριάμβου των ποσοτικών εκτιμήσεων, βλέπω την ποίηση σαν τη μόνη ενδεδειγμένη να διαφυλάξει το ιερό και απαραβίαστο της ανθρώπινης προσωπικότητας».



ΕΛΛΗΝΑ ΛΑΕ ΒΑΣΙΛΙΑ (P.ELUARD)



ΕΛΛΗΝΑ ΛΑΕ ΒΑΣΙΛΙΑ (του PAUL ELUARD)

(Γράφτηκε από τον Γάλλο ποιητή Πωλ Ελυάρ το 1944 στην Αθήνα)


Έλληνα λαέ βασιλιά απελπισμένε
Να χάσεις άλλο πια δεν έχεις πάρεξ τη λευτεριά
Τον έρωτα σου για τη λευτεριά και για τη δικαιοσύνη
Και τον άπειρο σεβασμό του ίδιου του εαυτού σου

Βασιλιά λαέ δε σ' απειλεί ο θάνατος
Στον έρωτά σου είσ' όμοιος είσαι αγαθός
Και το κορμί σου κι η καρδιά πεινούν για αιωνιότητα
Βασιλιά λαέ που πίστεψες πως σου χρωστούν το ψωμί

Και πως σου δίναν τίμια τ' άρματα να σηκώσεις
Τίμια δικιά σου σώζοντας βάζοντας το δικό σου νόμο
Λαέ απελπισμένε στα δικά σου μόνο τ' άρματα εμπιστέψου
Ελεημοσύνη σαν τα δώσανε κάνε τα εσύ ελπίδα

Και τη ελπίδα τούτη όρθωσε στο μαύρο φως αντίκρυ
Στον ανελέητο Χάροντα που δίπλα σου δεν βολεύεται
Λαέ απελπισμένε ήρωα λαέ
Λαέ πεινασμένων λαίμαργων της πατρίδας

Μικρέ και μεγάλε στα μέτρα του καιρού σου
Έλληνα λαέ αφέντη παντοτινέ των πόθων σου
Συνταιριασμένα το ιδανικό της σάρκας κι η σάρκα η ίδια
Η φυσική λαχτάρα το ψωμί κι η λευτεριά

Η λευτεριά όμοια με τη λιόλουστη θάλασσα
Το ψωμί όμοιο με τους θεούς το ψωμί που σμίγει τους ανθρώπους
Το αληθινό ολόφωτο αγαθό πιο δυνατό απ' όλα
Πιο δυνατό απ' τον πόνο και τους εχθρούς μας όλους



Peuple grec peuple roi peuple désespéré
Tu n'as plus rien à perdre que la liberté
Ton amour de la liberté de la justice
Et l'infini respect que tu as de toi-même

Peuple roi tu n'es pas menacé de mourir
Tu es semblable à ton amour tu es candide
Et ton corps et ton coeur ont faim d'éternité
Peuple roi tu as cru que le pain t'était dû

Et que l'on te donnait honnêtement des armes
Pour sauver ton honneur et rétablir ta loi
Peuple désespéré ne te fie qu'à tes armes
On t'en a fait la charité fais-en l'espoir

Oppose cet espoir à la lumière noire
A la mort sans pardon qui n'a plus pied chez toi
Peuple désespéré mais peuple de héros
Peuple de meurt-la-faim gourmands de leur patrie

Petite et grand à la mesure de ton temps
Peuple grec à jamais maître de tes désirs
La chair et l'idéal de la chair conjugués
Les désirs naturels la liberté le pain

La liberté pareille à la mer au soleil
Le pain pareil aux dieux le pain qui joint les hommes
Le bien réel et lumineux plus fort que tout
Plus fort que la douleur et que nos ennemis

Paul Eluard, 9 décembre 1944, en hommage à l'héroïque résistance de ce grand peuple.



 

ΜΙΑ ΠΙΚΡΑ (Κ.ΠΑΛΑΜΑΣ)



ΜΙΑ ΠΙΚΡΑ (του Κωστή Παλαμά)



Τὰ πρῶτα μου χρόνια τ᾿ ἀξέχαστα τἄζησα
κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Καὶ κάθε φορὰ ποὺ μπροστά μου ἡ πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
καὶ βλέπω τὰ ὀνείρατα κι ἀκούω τὰ μιλήματα
τῶν πρώτων μου χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι,

στενάζεις καρδιά μου τὸ ἴδιο ἀναστέναγμα:
Νὰ ζοῦσα καὶ πάλι
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Μιὰ μένα εἶναι ἡ μοίρα μου, μιὰ μένα εἶν᾿ ἡ χάρη μου,
δὲν γνώρισα κι ἄλλη:
Μιὰ θάλασσα μέσα μου σὰ λίμνη γλυκόστρωτη
καὶ σὰν ὠκιανός ἀνοιχτὴ καὶ μεγάλη.

Καὶ νά! μέσ᾿ στὸν ὕπνο μου τὴν ἔφερε τ᾿ ὄνειρο
κοντά μου καὶ πάλι
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Κι ἐμέ, τρισαλίμονο! μιὰ πίκρα μὲ πίκραινε,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
καὶ δὲ μοῦ τὴ γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
τῆς πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ἀκρογιάλι!

Ποιὰ τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
καὶ ποιὰ ἀνεμοζάλη,
ποὺ δὲ μοῦ τὴν κοίμιζες καὶ δὲν τὴν ἀνάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι;

Μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀμίλητη, μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀξήγητη,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
ἡ πίκρα ποὺ εἶν᾿ ἄσβηστη καὶ μέσ᾿ τὸν παράδεισο
τῶν πρώτων μας χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι.