Ετικέτες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

ΖΩΗ (Χ. ΒΕΛΗΣΣΑΡΙΟΥ)



ΖΩΗ Της Χρύσας Βελησσαρίου)



Τρέχεις πίσω από κάτι που πέθανε. Αναλώνεσαι να μιλάς για χαμένα συναισθήματα. Χαμένα; Όχι ακριβώς, ματαιωμένα. Θλίβεσαι. Μελαγχολείς. Δεν βρίσκεις αρκετά λες κίνητρα να ζήσεις. Βλάπτεις καθημερινά τον εαυτό σου. Γδέρνεις τα πνευμόνια και τους βρόγχους σου με καπνό, καταπίνεις ό,τι σκότος γύρω σου βρεις πρόσφορο, υλικό ή πνευματικό, αγνοείς τα όνειρα, καταναλώνοντας τον δικαιωματικό χρόνο τους χωρίς ύπνο, τυραννιέσαι. 
Ζωή... Αχ, ζωή ατελείωτη ντόπα! Κρύβεται πίσω από κάθε φύλλο, πίσω από κάθε ηλιοβασίλεμα, στο κύμα που αφρίζει και σου χαϊδεύει τα πόδια, στη γάτα που χαϊδεύεται γουργουρίζοντας, κοιτώντας σε στα μάτια, στο νεαρό που επιμένει ότι τον έχεις κατακτήσει και σ' ονειρεύεται, στην αγάπη των παιδιών, σ' αυτή την ευφορία όταν, όποτε, περπατάς ανάμεσα στα δέντρα την άνοιξη, παρατηρείς τα ίχνη που αφήνουν τα γυμνά σου πόδια στην άμμο, ή ερωτεύεσαι το πρώτο τριαντάφυλλο. 
Αντιφάσεις, συναρπαστικές αντιφάσεις, εναλλαγές. Μέχρι ένα τέλος ανέλπιστο, όπου όλα ξάφνου σβήνουν, σαν να μην υπήρξαν, όπως σβήνει σιγά το φως απ' την ταινία, στη σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα, το ίδιο για όλους. Όταν το φως ξαναλάμψει, την επόμενη στιγμή, πια δε θα σ' αφορά. Ωστόσο ίσως κομμάτια σου, ίχνη σαν εκείνα πάνω στην άμμο, θα περιφέρονται γύρω, μέσα από εκείνους ή εκείνα που γέννησες, δημιούργησες ή σ' αγαπούν. Λόγια, συναισθήματα, εσύ κάτω απ' τα δέντρα, εκείνος με το βλέμμα ψηλά, ή γραμμένες πλέον ιστορίες σε χαρτιά, να συνθέτουν μικρά πρελούδια στο μυριόφωνο ψίθυρο του χρόνου. 
Ανθρωπότητα! Τι περίεργο και εύθραυστο λουλούδι, τι πολύχρωμη μοναχική και εφήμερη φούσκα στην αιωνιότητα του χωρόχρονου!

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ (ΕΝΑ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙ)


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ (Ανώνυμου φυλακισμένου παιδιού στην Αυλώνα)


Κάθε που έρχονται Χριστούγεννα,
η πόλη ζει με γοργούς ρυθμούς,
γεμίζει φώτα, μουσικές, καμπάνες γιορτινές, χαρούμενες φωνές.
Οι άνθρωποι κουρνιάζουν σε ζεστές αγκαλιές, χαρίζουν φιλιά αγάπης, δώρα.
Νοιώθουν τη γλύκα της γιορτής κάτω από έλατα χιονισμένα
Με λαμπιόνια και στολίδια φορτωμένα.
Κι εγώ είμαι εδώ!
Κρυμμένος μέσα απός σιδεριές και αμπάρες και έχω μέσα μου θυμό
Και θέλω να ξεσπάσω ,να ξεδιπλωθώ πάνω στο χαρτί, να πάψω να τρέμω,
Να πονώ, να πολεμάω για το θάνατο μήπως δεν προλάβω τη ζωή!
Όμως, εγώ είμαι εδώ!
Κουβάρι από τη λύπη, η ανάσα μου πικρή από τον καπνό κι η ψυχή μου άδεια από ελπίδα!
Απόμεινα γυμνός με χέρια απλωμένα να ζητιανεύω μάνας χάδι,
Πατρίδας στήριγμα, φίλου συντροφιά.
Κι απόψε είμαι πάλι εδώ!
Ξένος, δίχως τίποτα δικό μου, ζωντανός νεκρός,
Θαμμένος μέσα σε μια φυλακή. Ανώνυμος, στιγματισμένος, βουβός,
Με τη ράχη μου σκυμμένη και τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα.
Μόνο το μυαλό μου δε νίκησε κανείς!
Η ελευθερία είναι μέσα μου
Και μπρος μου ανοιχτή μια πόρτα στο φως !


Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

ΒΡΟΧΗΣ Η ΘΥΜΗΣΗ... (Κ. ΣΤΑΘΑΚΟΠΟΥΛΟΥ)




ΒΡΟΧΗΣ Η ΘΥΜΗΣΗ... (Της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



Σε θυμάμαι κάθε που βρέχει...
Σε θυμάμαι…
με της βροχής τις στάλες,
υγρά χαμόγελα
χρωματισμένα με των χειλιών σου το μελάνι,
πάνω στο στεγνωμένο τζάμι της ψυχής μου να κολλάς..

Τι διάχυτη.. τι διεσταλμένη παρουσία...!
Όλος ο κόσμος μου εκεί...
αντίκρυ αφημένος, απ’ το στραβό, από το μουσκεμένο αχνάρι σου ..
Θαρρείς και προσπαθούσες, τη πίκρα της ματιάς μου να βυθίσεις μέσα στο άτεχνο, νερένιο σου,
φιλιών το νιόχτιστο αυλάκι ...
Καταμεσής της καταιγίδας, ξεχείλιζε η πεθυμιά σου για ουράνια ξαστεριά...
Για σύμπαντα με περιδίνηση ηλιοκαμένη...
Για δειλινά πορφυρογέννητα, με την ομίχλη ξεβαμμένη,
Για το δικό μου το χατήρι…
Για το δικό σου όνειρο τ’ αλαργινό...
Όπως αυτό της αναζήτησης, τ’ αποψινό...
Που μια υποψία βρόχινη, ντύνεται του ερωτισμού τις στάλες…
και διάφανη πίσω απ’ το τζάμι αφήνεται… στο γυάλινο στο απροσδιόριστο στο ολισθηρό σημάδι από ζωή…
Ήταν κι αυτό το άναρχο, το ηχηρό φιλί πάνω στο αδιαπέραστο, που έκανε τη διαφορά....
Σμουτςςς ο γλυκαμένος ήχος….
Γεμάτος μ’ όλα τα χρώματα και τα αρώματα που σε περίμεναν κάθε που έβρεχε η ψυχή…...
Κι αυτή η θρασύα πίκρα.... που όλο της έσπρωχνες το κεφάλι με μίσος,
στα κάτω αμπάρια του καιρού να την εναποθέσεις...
Αυτή, που όλο τίναζε τ’ ατίθασα σκούρα μαλλιά της...
μη και τα πάρει η ξεχασιά.... μη και από ελπίδες ποτιστούν...
Αυτή την αλήτικη πίκρα..την ανακατεμένη με πείσμα και χαμόγελο...
Αυτή που καθρέφτιζε τη δικιά μου...
Αυτήν θυμάμαι καλέ μου.... κάθε που βρέχει..
Αυτήν μου θυμίζεις....κι εσύ… κάθε που μια χαρακιά απ’ αστραπή μαστιγώνει
σαν μαγκωμένο γέλιο το τζάμι μου….
Πίσω του είμαι αγαπημένε μου…
Πίσω από σένα, ακινητοποιώ τις ταλαντώσεις απ’ τα ελλείμματα μου...
και σε προσμένω…
Έλα ψυχή μου….
Έλα να μου φωτίσεις με αστραπές χαμόγελου όλες τις υστερίες των σκοτεινών καιρών..
Έλα, κι ίδιων καυμών, σαν να μου φαίνεται… πλεύσεις κακόηχες τώρα πως σχεδιάζονται στο εύφλεκτο στο εύθραυστο γυαλί….
Αχ... κι αυτός ο γδούπος από το άδοτο φουρτούνας το φιλί…
Μόλις ανοίξω το παράθυρο
θανατεροί ωκεανοί, ρίχνουν τους θυμούς από τα τρικυμισμένα χείλη τους πάνω μου...
Πάνω στα εύθραυστα βράχια της ψυχής, σκούζει σαν λαβωμένος γλάρος η κραυγή…
Αφού η περισσότερη ζωή μου πίσω από χειμωνιάτικη βιτρίνα κατοικεί..
Πίσω απ' το θολωμένο της υπόστεγο,μια ύστατη χειλιών σου αχτίδα περιμένει...
Μια χειμωνιάτικη λιακάδα..όπως αυτή....σαν της βροχής που σέρνει τη μορφή σου πίσω από κάθε λιγωμένη στάλα....
Σε θυμάμαι κάθε που βρέχει...
Κι απόψε βρέχει πολύ...
Ξεχείλισαν παράπονο οι αιχμηρές σταγόνες της μοναξιάς....
Κι ο χτύπος τους κόβει αλύπητα το έρημο πρεβάζι....

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

ΟΙ ΤΡΕΛΟΙ ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ... (Γ. ΜΕΡΜΗΓΚΑ)



ΟΙ ΤΡΕΛΟΙ ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ... (Της Γωγώ Μέρμηγκα)



Λίγο πριν ξημερώσει το πιο φωτεινό αστέρι λάμπει στον ουρανό...
Κι ανοίγει το δρόμο ...για μια τρέλα που είναι προνόμιο των λίγων...
Γι'αυτούς που τους αφήνουν δευτερόλεπτα ελεύθερους τα δαιμόνια τους,
για να τους πλανεύουν τα ξωτικά... 
Ναι γι'αυτούς τους έρμους τους τρελούς σας μιλώ,
που όλοι θέλουν να τους αγγίξουν, να κλέψουν την αύρα τους,
το αλάθητο των στιγμών τους, το αίμα εκείνο που αναπηδάει στις φλόγες,
να περπατήσουν μαζί τους......
Μα ποιος αντέχει αδερφέ;
ΚΑΝΕΙΣ..!
Γιατί ένας τρελός είναι σήμερα σύννεφο,

αύριο φεγγάρι, χθες λουλούδι, μεθαύριο πόνος, προχθές μοναξιά...





Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

ΠΑΡΑΜΥΘΟΚΟΣΜΟΣ (Α. ΤΙΤΑΚΗ)



ΠΑΡΑΜΥΘΟΚΟΣΜΟΣ (Της Αθηνάς Τιτάκη)



Κι όλες αυτές οι πριγκίπισσες, στα όρια του ανήλικου
με τις τιάρες στα χέρια, αποσβολωμένες
σ' ένα χορό μονότονης σαμπανιζέ ευθείας
να καταπίνουν αδέξια μια δαγκωνιά χοιρινό
χωρίς ποτέ να φορέσουν ένα μικρό μαύρο φόρεμα
κι όλοι αυτοί οι πρίγκιπες, με το σπαθί υποστολή
κάπου, μπροστά σε απροσπέλαστο σκάμμα
με τον ήλιο κατάμουτρα, νερό στάλα
να γυρεύουν τον ιπποκόμο, τον άχρηστο
που τους άφησε μ' έναν ψωριάρικο σατανά γκρίζο
κι όλες αυτές οι μάγισσες, με τα θυσανωτά μαλλιά
πάνω από γυάλινες σφαίρες, καθρέφτες
καζάνια, χυλούς πράσινους και σκούπες
σε παγκόσμια τηλεδιάσκεψη, υψηλού ενδιαφέροντος
από τα γέλια να κρατάνε την κοιλιά τους
κι όλοι αυτοί με τα γραφτά στους ντοσιέδες
στυλό faber, χαρτιά, βιβλιοθήκες ενημερωμένες
σύγχρονα πληκτρολόγια και τάμπλετ
να περιμένουν ήρωες, ανατροπές και δράση
χωρίς ποτέ κανείς να σώζει κανέναν.

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΤΗ ΓΥΑΛΑ (Ν. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΚΗ)


ΣΤΗ ΓΥΑΛΑ (Της Νίνας Γραμματικάκη)


Σαν ένα χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα σου να κάνεις βουτιές όλη μέρα και να ανεβαίνεις στην επιφάνεια, ν' ανοίγεις το στόμα και να περιμένεις να σου ρίξουν τροφή... Να ονειρεύεσαι χιλιάδες φαγητά και κάθε μέρα να βολεύεσαι με την ίδια τυποποιημένη τροφή... Να κάνεις όνειρα, για δουλειά, βόλτες, ταξίδια, εκδρομή με φίλους, σπίτι μικρό, μεγάλο, με κήπο ή χωρίς... Μια να ανεβαίνεις στην επιφάνεια και την άλλη να πέφτεις με φόρα πάλι στο βυθό... Να βλέπεις απ' έξω τα όνειρά σου να περνάνε από μπροστά σου και εσύ να περιμένεις, να στέκεσαι, να μετράς τις καταστάσεις... Να σκέφτεσαι αν και πώς... Σαν ένα χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα που διαθέτει μνήμη 30 δευτερολέπτων, γιατί μόνο έτσι μένει κανείς σε μια γυάλα και δεν βγαίνει από αυτή!

Δεν υπάρχει πιο όμορφη στιγμή από εκείνη που δυναμικά απλώνεις τα χέρια σου και ανοίγεις τα φτερά σου... Μην περιμένεις να σου πει κανένας κάν' το... Πάντα όλοι θα είναι δειλοί για το δικό σου όνειρο γιατί ο καθένας γενναίος είναι για τα όνειρά του.

Όποιος δεν ζητάει δεν παίρνει τίποτα... Απλά περνάει ο χρόνος και μαζί με τα χρώμα στα μαλλιά αλλάζει και τα όνειρα... Κι έρχεται ένα πρωί που ο χρόνος έχει περάσει και εσύ είσαι ακόμα στη γυάλα σου... Και περιμένεις... Περιμένεις ένα κύμα για να βγεις... Και περνάνε από μπροστά σου όλες εκείνες οι στιγμές που μπορούσες να αφήσεις τη γυάλα και δεν το έκανες... Μόνο που τώρα πια η ουρά σου είναι αδύναμη και δεν μπορεί να σε σπρώξει έξω από τη γυάλα... Και ο χρόνος τελειώνει και εσύ είδες πολλά μα δεν έζησες τίποτα...


Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΑΠΡΟΣΜΕΝΟ (Ε.ΒΕΡΥΚΟΥ)



ΤΟ ΑΠΡΟΣΜΕΝΟ (Της Έλυας Βερύκου)


Σιωπή.
Νερά από σάπφειρο σκιρτούν,
η αθωότητα να φτερουγίζει μες στα μάτια.
Κι εσύ να βλέπεις το απέραντο σε όλη του την έκταση,
τόσο βαθύ, τόσο γαλάζιο.
Δεν ξέρεις πώς να αντικρίσεις το απρόσμενο.
Άλλες φορές να προσπαθείς να αντέξεις τον εαυτό σου
εκείνες τις ώρες τις σκληρές από γρανίτη.
Κι άλλοτε να περιμένεις τις μέρες, που σου υφαίνουνε τα σύννεφα.
Κύκλος η ζωή. Κιεμείς να αναρωτιόμαστε
πόσες φορές θα αλλάξει χρώματα μέσα μας η θάλασσα.
Τώρα που άπλωσε τις ρίζες της η μοναξιά
και τα αισθήματα έγιναν τρόπαια φωτεινά πάνω στα κλαδιά της,
θαρρώ το λένε εξαγνισμό αυτό το νούφαρο,
που πλέει τα βράδια στη λίμνη της οδύνης.
Κι αν δεν υπάρχει κάτι να ειπωθεί,
μάθαμε να βλέπουμε γαλήνια τα χρόνια να κυλούν,
όπως καθρεφτιζονται το πρωί τα πουλιά στο πέταγμά τους.

Έτσι μένει σ'έναν κόσμο από γκρίζο φως
να αναζητά στις φυλλωσιές μία ελπίδα η ψυχή,
και περιμένουμε το απρόσμενο,
τώρα που έγινε η αγάπη χαραυγή στο στήθος.



Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ (Κ. ΣΤΑΘΑΚΟΠΟΥΛΟΥ)


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ (Της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)


Τραπ τραπ, κροτάλισε το κλειδί στη τσέπη του. Το κλειδί της χαράς του –έτσι το ‘λεγε- στριμωγμένο ανάμεσα στα κλειδιά του αυτοκινήτου, τα ψιλά και τον marlboro αναπτήρα. Αναθεμάτισε το χούι του να ανακατεύει τις τσέπες του σα μικρό χαμίνι, κοτζάμ άντρας. Τί άντρας…. στα τελειώματα η λέξη πια..!
Παρασκευή σήμερα, η μέρα της αγάπης, έτσι την έλεγε. Έριξε ένα βλέμμα τάχα αδιάφορο τριγύρω, σκούπισε τα πόδια από συνήθεια στο βρώμικο χαλάκι της εισόδου και μπήκε.. Τον καλωσόρισε ο εαυτός του μέσα από τον ραγισμένο καθρέφτη. Λίγο γερασμένος του φάνηκε.. ''Μπα.. θα ‘ναι από το ράισμα'', αποδίωξε βιαστικά την ιδέα..
''Καλησπέρα άρχοντα'', χαιρέτισε το πρόσωπο απέναντι του και του 'κλεισε πονηρά το μάτι. Πίσω απ’ την ξεβαμμένη πόρτα, το δωμάτιο ήταν ίδιο. Οι ξεφτισμένοι τοίχοι, η άκρη της βρώμικης κουρτίνας που σερνόταν, το σακάτικο κομοδίνο με τα λειψά ποδαρικά, το κάδρο με την μελαχρινή κοπέλα που αναπαυότον κάτω απ’ τις φυλλωσιές, όλα ήταν στη θέση τους. Όλα μέσα στο ξεπούλημα της φτηνής ζωής τους, έστεκαν ίδια, ανατριχιαστικά ίδια. ''Εκεί θα σε πάω μάτια μου'', είπε, μόνος του με το βλέμμα να χάνεται πέρα απ’ τα φυλλώματα… εκεί που έσκαγε το χάδι του ωκεανού βαλαντωμένο από ημερόνυχτα αγκαλιάσματα με την αλμύρα.. ''Και πολύ γρήγορα θα’ναι''. Και στη σκέψη της, ένα αλλιώτικο φως έλουσε το πνιγηρό δωμάτιο. Σαν να μεγάλωσαν ξαφνικά οι ξέθωροι ήλιοι της κουρτίνας. Σαν να γυάλισε θαρρείς ιδρωμένο και το κορμί του κοριτσιού…
''Δε μπορεί, θα ‘ναι που τη λαχτάρισα'', μονολόγησε κι ένα θαμπό χαμόγελο χαράχτηκε ανάμεσα στις ρυτίδες του προσώπου, που γλύκαναν ξαφνικά..
Κοίταξε το ρολόι του, 8 και 5 φωσφόρισε το καντράν . Λίγο ακόμη και θα την έσφιγγε στην αγκαλιά του. Λίγο ακόμη και όλα θα άλλαζαν απόψε..
Άναψε τσιγάρο κι έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Ακούμπησε το χέρι στη μαδημένη κουβέρτα και τη xάιδεψε απαλά. Μπα… σαν βελουδένια του φάνηκε. ‘’Λες να την άλλαξαν επιτέλους οι μπάσταρδοι?’’, αναρωτήθηκε. Σαν πιο καινούργια του φάνηκε σήμερα… Σαν οι χλωμές ανάσες πάνω της να ζωήρεψαν.. Σαν τα βρεγμένα κορμιά, σαν τα ξεχειλισμένα λόγια να ‘χαν βρει στέκι αλλού..
8 και 10…στράψαν πάνω του οι λεπτοδείχτες.. Πρώτη φορά άργησε τόσο σκέφτηκε κι ένα ακάλεστο μυρμήγκιασμα τον ανατρίχιασε. ''Όχι σήμερα.. όχι σήμερα γαμώτο'', είπε και ψαχούλεψε τη μέσα τσέπη του σακακιού του.. Η επαφή με το περιεχόμενο τον ηρέμησε. Το ‘σφιξε στην χούφτα του και το ξανάχωσε στη θέση του. Τ’ αποψινό βράδυ το σχεδίαζε από καιρό. Χρόνια το περίμενε..σαν ανάσα.. σαν όαση.. σα ζωή..
Και τώρα… απόσωσε βιαστικά τη σκέψη του και τινάχτηκε σαν άκουσε το κουδούνι… ''Α..ρε γαμωτο ξέχασα τα λουλούδια'', αναλογίστηκε με τρόμο. ''Δε βαριέσαι..αύριο θα σου πάρω ένα φορτηγό'', είπε γελώντας μόνος του κι άνοιξε πόρτα κι αγκαλιά .
''Καλησπέρα αγάπη μου'', ψιθύρισε η φωνή του λιωμένη. Μα η ματιά του πάγωσε σα διασταυρώθηκε με τη δική της.... ''Χωρίζουμε Άγγελε''….
Και το άψυχο βλέμμα που αντίκρισε, βυθίστηκε μέσα του με κρότο. Μισοσβησμένο το τσιγάρο, μετέωρο κρεμόταν ανάμεσα στα δάχτυλα. Μετέωρη και η ξέψυχη ματιά του, γονάτισε αργά στο λερωμένο πάτωμα, έσκυψε στις φαγωμένες σανίδες και χώθηκε από κάτω τους, μέσα σ’ ένα απύθμενο κενό.. Να μη βλέπει.. Να μην ακούει…''Τι είπες''... ακούστηκε θαμπή απ’ το υπόγειο της ψυχής του η φωνή.. Τι είπες.. την ξαναρώτησε.
‘’Χωρίζουμε Άγγελε… ‘’
Και το άκουσμα του ονόματος του άρχισε ξαφνικά να κάνει ξέφρενα κυκλάκια στο δωμάτιο… να αναπηδά αλαφιασμένο, να ανιχνεύει το χώρο μέχρι να εντοπίσει το μέρος για να εγκατασταθεί. Κι άκου, ένα περίεργο πράμα, ήρθε και στάθηκε πάνω απ’ το τριμμένο λουρί της τσάντας της. ''Ποπό.. τόσο καιρό κι ούτε μια τσάντα της προκοπής δεν αξιώθηκα να σου πάρω'', είπε με μια ξένη, άγνωστη φωνή. Και χωρίς άλλη κουβέντα, άνοιξε το μικρό φεγγίτη και πέταξε στο σκοτάδι τις άδειες ζωές του..
Ναι.... χθεσινή κι αυριανή, θαμπές κι οι δυο κάτω απ’ την ίδια, δεύτερη επιχρύσωση, κύλησαν χωρίς θόρυβο στον άδειο δρόμο….
Αν κάποια βραδιά, έξω από ένα φτηνό, του έρωτα ξενοδοχείο, δίπλα στη σχάρα απ’ τον δύσοσμο υπόνομο, τις δεις να χρυσίζουν, μην τις πάρεις.
Είναι δικές του..
Ήταν επιθυμία του να θαφτούν μαζί του.


Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

ΕΡΩΤΑΣ ΗΤΑΝΕ (Κ. ΣΤΑΘΑΚΟΠΟΥΛΟΥ)



ΕΡΩΤΑΣ ΗΤΑΝΕ (Της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)


Έρωτας ήτανε θαρρώ….
Έτρεχε το χαμόγελο
πάνω στο ολοπόρφυρο μετάξι των μαλλιών της..
Και λιγότρυζε μ’ αστραφτερές δαγκωματιές
το ατίθασο αλήτεμα απ’ τις μπούκλες της..
Μα δε πονούσε....
Λαμποκοπούσε..
Στραφτάλιζε ολάκερη η περπατησιά της,
καθώς καθρέφτιζε απάνω της, της Άνοιξης το ξύπνημα..
Και κύλαγε η χαρά, πέλαγα ασίγαστα,
αισθήσεις στο κορμί της..
Στιγμές χρωματιστές ευώδιαζαν από παντού..
Κι η φύση σώπασε εκστασιασμένη..
Σαν τότε, που την έριξε ο Θεός,
γλυκά, μια νύχτα από το άπειρο..
Χωρίς μιλιά, χωρίς ρωτήματα
και τα πουλιά, στο απέραντο παραληρούσαν..
Και πλάτυνε ο Ουρανός..
Και βάθυνε
για να χωρέσει όλη, τ’ Απρίλη την μετοίκηση..
-Θεέ μου πόσο τον αγαπάω,
ψιθύρισε η καρδούλα της..
Κι οι χτύποι, τρελό χορό αρχίσανε..
Και οι ανάσες ροβολήσανε,
στα πέρατα του κόσμου να δείξουν τα προικιά τους..
Κι απλώθηκε ο ψίθυρος..
Και γλύκανε τις εσχατιές από ωκεανούς ανταριασμένους..
Και πεθυμιές ξεσήκωσε από ποτάμια νεκρωμένους..
Μέχρι και τα βραχόκαρδα τα ηλιοφαγωμένα
σκύψαν δειλά
και μες τις άνυδρες σπηλιές τους γονατίσαν..
Και με μανία ξύνανε τη γλίτσα της ψυχής τους..
Μην έρθει η αλμύρα η νιόβγαλτη….
και μπλέξει στα ξερά τους….

Έρωτας θα 'μπαινε θαρρώ…..

Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑ-ΠΟΙΗΤΩΝ (Σ. ΣΤΑΥΡΟΥ)


ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑ-ΠΟΙΗΤΩΝ (Του Σταύρου Σταύρου)


Θα σου πω για τους ποιητές, φίλε,
θα σου πω δυο πράγματα για τη φάρα τους
έτσι για να ξέρεις,
έτσι για να μαθαίνεις γιατί το να γράφεις στιχάκια δε σε κάνει ποιητή.
Οι ποιητές είναι σιωπηλά πλάσματα, παλικάρι μου,
δε φωνασκούν και δεν γαβγίζουν πίσω από φουστάνια και βρακιά,
γαβγίζουν στα φεγγάρια,
στα περαστικά αυτοκίνητα
και στη μούσα τους,
οι ποιητές ξέρουν τον έρωτα μέσα από κοψίματα τόσο βαθιά
που χώνουν μες τις πληγές τους ολόκληρες πόλεις
και ζωγραφίζουν τον έρωτα με τσεκούρι και σπαθί και δόντια λύκου, φίλε.
Οι ποιητές είναι πλάσματα ερωτικά και μελαγχολικά,
γιατί τον ερωτισμό δεν τον φτιάχνεις με τα στιχάκια, φίλε,
δεν τον πλάθεις με λεξούλες αγαπησιάρικες και καυλωτικές,
είναι αίμα που βράζει μες τις φλέβες, φίλε
και γεννιέσαι μ' αυτό.
Οι ποιητές είναι άνθρωποι μοναχικοί, σκοτεινοί και δύσκολοι
και μην τους λυπάσαι γι' αυτό,
να λυπάσαι εσένα που σκορπίζεσαι σε μαγαζάκια της συμφοράς,
με τα ληγμένα χαμόγελα
και τα κοριτσόπουλα που χαχανίζουν.
Άκου λοιπόν για τους ποιητές
και στο λέω απλά, καθαρά,
να τ' ακούσεις πάνω από το σουξεδάκι της ζωής σου:
αν βρεθείς καμιά φορά μες τη νύχτα τη δικιά τους
θα χεστείς από το φόβο σου, αγόρι μου,
υπάρχουν πράγματα εκεί έξω
που θα καταπιούν τη μικρούτσικη ψυχούλα σου ώσπου να ξημερώσει.
Οι ποιητές, φίλε,
κρατάνε το σκότος στις πλάτες τους
να μη σου πλακώσει το φως σου.
Έτσι πληροφοριακά στο λέω.
Αφού με ρωτάς.


Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΗΣΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ (Γ. ΚΟΚΚΙΝΙΔΗΣ)



Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΗΣΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ (Του Γιώργου Κοκκινίδη)



Είμαι η στοργή,
είμαι το δάκρυ από το βλέφαρο,
είμαι ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν.
Είμαστε εμείς
μια σταγόνα νερό στον ωκεανό
είναι πιο μεγάλη από της γης το σύμπαν.
Και βοηθούμε το δειλινό.
Θεέ μου ομορφιά,
Θεέ μου ζωή...


Στα παρακάτω ντοκυμαντέρ θα γνωρίσετε τον "άνθρωπο που ενόχλησε το σύμπαν" δηλαδή τον ποιητή Γιώργο Κοκκινίδη, ο οποίος πριν από 35 χρόνια εισήχθη στο Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης στο τμήμα Χημικών Μηχανικών και κατά τη διάρκεια των σπουδών του ήρθε αντιμέτωπος με την ψυχική διαταραχή. Αυτό όμως δεν τον έκανε να χάσει ούτε το ταλέντο του στην ποιητική έκφραση, αλλά ούτε και τη δύναμη να καθηλώνει τον ακροατή με τον λόγο του...

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΗΣΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ (Σ.ΨΥΛΛΑΚΗ)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΙΔΗΣ

ΟΙ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ (Σ.ΨΥΛΛΑΚΗ)


Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

ΔΥΩΝ ΗΛΙΟΣ (Φ. ΓΚΙΚΑΣ)



ΔΥΩΝ ΗΛΙΟΣ (Του Φώντα Γκίκα)


Πάντα,
μα πάντα το γαλανό χρώμα
βρίσκει τον τρόπο
να μου διαταράξει
τις αναμνήσεις από το αντάρτικο.
Τότε που πολεμούσα τη σκιά μου,
μόνο και μόνο
για να διασώσω την παράνοιά μου…
Το γαλανό χρώμα έχει το χάρισμα
να μου διαλύει την αυταπάτη
ότι τα ύψη είναι εχθροί μου.
Να τρέξω να προλάβω
τα λούτρινα βράχια
προτού να λιώσουν.
Να προφτάσω να κρατήσω
την άσπρη πέτρα σφιχτά
προτού την ποδοπατήσουν
οι διχαλωτές σαγιονάρες
του πολιτισμού…
Μαυρίζει το δέρμα μου
για να μη μαυρίσει η ψυχή μου.
Ο μεγαλύτερος δείκτης προστασίας
είναι η αγκαλιά ενός φίλου.
Ο ήλιος ανοίγει διάλογο
με το πρόσωπό μου
– θέλω δε θέλω.
Περιμένω να πάρω
την εκδίκησή μου
λίγο μετά τις οκτώμιση.
Ηδονίζομαι να τον βλέπω να δύει.
Απ΄ το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου,
απ΄ το μπαλκόνι, απ΄ οπουδήποτε…
- Πέσε… πέσε…
λέω από μέσα μου.
Σήμερα μου επεφύλασσε έκπληξη.
Έδυσε όντας – σχεδόν – τετράγωνος.
Τουλάχιστον στη φαντασία μου.
Σα να ΄θελε να μου χαλάσει
την ικανοποίηση να τον βλέπω να πέφτει…
Σα να ΄θελε να με κάνει
να τον σκέφτομαι μέχρι
να τον ξαναδώ να εμφανίζεται.
Το δέρμα δεν μπορεί να μαυρίσει
μετά τη δύση του ήλιου.
Η ψυχή όμως μπορεί…

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

ΜΙΚΡΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ (Φ. ΓΚΙΚΑΣ)



ΜΙΚΡΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ (Του Φώντα Γκίκα)


Ο γυρισμός είναι πιο μακρύς απ΄ ότι περιμέναμε.
Όλη αυτή η σκόνη στο δρόμο γεννάει χρόνο.
Γεννάει λεπτά και δευτερόλεπτα
στο κυνήγι της αφετηρίας.
Τα βιολογικά μας ρολόγια προηγούνται
μισή ώρα από την πραγματικότητα.
Αλλά η σκόνη προηγείται των ρολογιών
μια αιωνιότητα.
Ποιος βράχος έσπειρε
όλη αυτή τη θολούρα στο δρόμο μας;
Ποιος βράχος ξέχασε όλη αυτή τη σκόνη;
Ο χωματόδρομος με τις πέτρες
είναι η μακριά του γλώσσα
που μας απομακρύνει από το “πίσω”.
Μας τραβάει στο “πέρα”.
Που δεν είναι παρά η ολοκλήρωση του κύκλου,
μέχρι να γυρίσουμε εκεί απ΄ όπου ξεκινήσαμε.
Αναζητώ μάταια τους μικρούς διόνυσους,

να απορροφήσουν τους κραδασμούς της διαδρομής.
Αλλά το πεπρωμένο επιτάσσει
να φάμε ωμά χαλίκια και απότομες στροφές.
Συνηθίζεις...
Μα που και που μπαίνεις στον πειρασμό
να κατέβεις και να παραμερίσεις
τους κορμούς των δέντρων
για να δεις πιο μέσα στο δάσος.
Να δεις, μόνο να δεις, όχι να μπεις.
Η περιπλάνηση, όμως, δεν αφήνει χρόνο
για πειράματα στα ζεστά σκοτάδια του δάσους.
Μια που κλείσαμε τα μάτια μας

και μια που τα ανοίξαμε
στο λευκό κρεβάτι του μπαλκονιού μας.
Κι όλο αυτό το ανοιγόκλειμα των βλεφάρων
μπορεί και να κράτησε ένα δευτερόλεπτο…
Ή οχτώ ώρες...
Ή ακόμα, μπορεί και να διήρκησε
όσο χρειάζεται ο βράχος
για να κάνει τη σκόνη και τα χαλίκια δρόμο…

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

ΣΚΑΛΕΣ ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΙ (Φ. ΓΚΙΚΑΣ)



ΣΚΑΛΕΣ ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΙ (Του Φώντα Γκίκα)


Ανεβαίνουμε σκάλες...
Σκάλες. Σκάλες. Σκάλες...
Συνήθως το μυαλό προστάζει 
και τα πόδια ακολουθούν. 
Καμιά φορά όμως συμβαίνει και το αντίθετο. 
Όταν ξέρεις ποιος είναι ο προορισμός 
δε χάνεσαι ποτέ. 
Φτάνει μόνο να παρκάρεις 
τη θλίψη σου μακριά απ΄ το πανηγύρι. 
Λίγο πιο δίπλα από το νεκροταφείο 
των ηλεκτρικών συσκευών 
και των παρατημένων αυτοκινήτων.
Γύρω μου μικροί διόνυσοι, 

χορεύουν ξυπόλητοι 
κι ας μην ξέρουν τα βήματα. 
Μικροί ιερείς της κάνναβης και του κρασιού. 
Σκοπός τους είναι να μην σε αφήσουν 
ν΄ ανακαλύψεις την Αόρατη Δύναμη 
που τραβάει σα μαγνήτης 
όλο αυτό το πλήθος 
προς το κέντρο του κύκλου. 
Κύκλοι, κύκλοι, κύκλοι…. 
Όλοι χωρούν σ΄ αυτούς τους κύκλους 
κι ακόμα μένει χώρος. 
Ανεβαίνουν κι άλλοι, κι άλλοι…
Και πάντα μένουν κάποια κενά. 
Κι όσοι κι αν ανέβουν, 
πάλι θα μένουν κενά. 
Σ΄ αυτά τα κενά θα βρούν τρόπο 
να βολευτούν τα πνεύματα αυτών 
που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. 
Θέλουν να χορέψουν μαζί μας. 
Αυτά τα πνεύματα είναι οι ανάσες μας. 
Πιάνονται ώμο με ώμο 
με τις ανάσες των διπλανών.
Οι μικροί διόνυσοι ακούραστοι. 

Συνεχίζουν να ευλογούν 
το κρασί μας με το γέλιο τους. 
Το βλέμμα τους πηδάει πάνω στα τραπέζια 
και σηκώνει τις παρέες 
να ενώσουν τις μοναξιές τους στο χορό. 
Κι ύστερα σκουπίζουν τον ιδρώτα 
με τα άγρια γένια τους 
και τα βρώμικα μαλλιά τους.

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

ΥΣΤΕΡΑ... (Φ. ΓΚΙΚΑΣ)


ΥΣΤΕΡΑ... (Του Φώντα Γκίκα)


Τύλιξα ακόμα μια φορά τη φθαρμένη φανέλα γύρω απ΄ το πρόσωπό μου για να μη με βλέπουν. Όπως καλύπτουν τα νήπια τα μάτια τους με τα χέρια, όταν παίζουν κρυφτό με τους χαζομπαμπάδες τους.
Νιώθω το σώμα μου κύμα πάνω στις πέτρες. Παλεύω για την αρμονία της οριζοντίωσης μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Μια μικρή ζαλάδα, μια μικρή αιωνιότητα μέσα στο κεφάλι μου. Για πότε βυθίστηκα στο φωτεινό χάος του κεφαλιού μου δεν το κατάλαβα. Θα περιμένω να με ξυπνήσει η μυρωδιά της αγκαλιάς του παραδιπλανού ζευγαριού….. Ψαχουλεύω στα τυφλά μέσα στην τσάντα μου για ένα τσιγάρο.
Χαζεύω το παραδιπλανό ζευγάρι μέσα από το πρίσμα του καπνού μου. Το φιλί τους είναι τόσο αλμυρό που με κάνει να διψάω. Το νερό ζεστάθηκε…. Όχι πως δεν πίνεται, αλλά προτιμώ άλλο ένα τσιγάρο. Να στεγνώσω, να αφυδατωθώ κι άλλο. Το φιλί του ζευγαριού μετατρέπει ανεπαίσθητα την αλμύρα σε μέλι. Τώρα το στόμα μου κολλάει…. Αλλά πάλι, θα αρνηθώ το νερό. Ήρθε η ώρα να ανασύρω από το παρελθόν πικρές αναμνήσεις, για να ολοκληρωθεί ο κύκλος των γεύσεων που προκαλούν τα ανθρώπινα συναισθήματα. Μέχρι η ακατανίκητη ουδετερότητα του νερού να τα διαλύσει όλα και να αρχίσω να μετράω απ΄ το μηδέν. Και η παρέα μου παίρνει – ξανά – σάρκα και οστά.
- Φεύγουμε ?
- ….. ένα τσιγάρο ακόμα …..

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

ΚΑΠΟΥ.. ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ (Κ. ΣΤΑΘΑΚΟΠΟΥΛΟΥ)



ΚΑΠΟΥ.. ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ (Της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)


Και κάπου εκεί,
στα ταπεινά της γης..
μια νύχτα – αγρύπνια,
των κοχλασμένων πόθων της
ανάδευε
το κολασμένο..

Και κάπου αλλού,
στου σύμπαντος το επαρμένο..
μια χούφτα αστέρια,
ξάφνου
ξεσηκωθήκαν’..
Των πόθων χαμηλώσανε
τη ντροπαλότητα
και με αναμονής
ορμητικότητα,
απ’ του ουρανού τα υψώματα,
στου σκοταδιού κατήφορο,
σεργιάνιζαν,
λάμψεις
απ’ την αντάρα τους..
Ναι..
Εκεί, στης σάρκας τα απόκρημνα,
που το ξεχείλισμα του έρωτα,
βύθιζε τις βουές του..
Εκεί, που οι ολισθηρές φωτιές του,
λαίμαργα
κατρακύλαγαν
στου φθόνου τους το βλέμμα..
Και ‘σκυβαν οι λαχτάρες τους
κόκκινες απ’ τό αίμα..
Και σπρώχνανε οι ψίθυροι
του σκοταδιού το γέρμα..
Και συνωστίζονταν συμπυκνωμένοι
οι χυμοί,
απ’ τα απροσέγγιστα τους..
Να δουν..
Να αγγίξουν..
Να χαρούν..
όλα, τα απλησίαστα τους..
Μα ένα φεγγάρι – σαλτιμπάγκος,
της ηδονής τ’ ανομολόγητα,
με κίτρινο απ’ το γέλιο του,
φρικτά τρομοκρατούσε..
Στο απατηλό απόδρασης,
με λύσσα ιχνηλατούσε..
Της προσμονής οι ικεσίες τους,
μην αυλακώσουνε
σε νύχτα γης,
τις πυρωμένες διαδρομές..
Των άδοτων φιλιών τους
το ανάγλυφο,
στου σκοταδιού το ολοκαύτωμα
μην αποτυπωθεί..
Μη σμίξει..
Μη σημαδευτεί,
της έλλειψης ο στεναγμός,
απ’ των αισθήσεων την πανδαισία..
Κι η νύχτα γης,
ανάτειλε
μια κολασμένη αναρχία..
Και τ’ ουρανού,
νομοταγής φωτοχυσία,
κατέβαινε,
επίγειου παράδεισου
τους κραδασμούς
να περιμένει..
Να ολισθαίνει ..
Να ανασαίνει..
σε μια αλλόκοτη..
σε μια ανομολόγητη
οφθαλμαπάτης,
διάσπαρτη ουτοπία…
Τι νύχτα κι αυτή..
Ένα κομμάτι ουρανού,
με ένα άστραμμα
αυτοχειρία..
στη γη
αποφάσισε να μείνει..
Στου έρωτα κυριαρχία
για πάντα να παραδοθεί...
Αιώνια να ταφεί
δίπλα στη χορτασμένη σάρκα..
Καντήλι της να γίνει...
Δε με πιστεύεις..;΄
Το έζησα στο όνειρο.. σου λέω....!



Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ (Κ.ΣΤΑΘΑΚΟΠΟΥΛΟΥ)



ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ (ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑΣ ΣΤΑΘΑΚΟΠΟΥΛΟΥ)



Και βγήκε ο έρωτας
σεργιάνι..
Ντυμένος..
στολισμένος..
με τ’ αγοραία του φτιασίδια,
έλαμπε επιτήδευση..!
Να μακιγιάρει ήθελε..
Με τέχνη αψεγάδιαστη
να καμουφλάρει,
χρόνων – αιώνων
όλα τα αποκαΐδια..
Και στραφτάλιζαν
στο διάβα του
τα κατακόκκινα κραγιόνια..
Κι ευθύς..
η νύχτα,
μπαρούτιασμα στα σύμπαντα
οσμίστηκε..
Κι ακροπατώντας..
σβηστά κρατώντας
του πόθου τα λαμπιόνια,
τ’ αστέρια παραμέρισε
αλαφιασμένη..
Φεγγάρια σκέπασε
κυνηγημένη..
Η καλυμμένη επέλαση
κακού,
μην και τα σβήσει..
Με τρόμο έκρυψε
στο βλέμμα της,
όλης της μέρας
τα φοβισμένα ελλείμματα
λαχταρισμένη..
Στον κόρφο έθαψε
τ’ απόβραδου
άβουλα τα διλήμματα..
Να μη φανούνε..
Μη και πυρώσουν
τα βιαστικά τους..
Μη και καούνε..
σαν δικασμένου έρωτα,
συχωρεμένα κρίματα..
Κι έδενε η νύχτα τα σκοτάδια της..
Κι έλυνε ο έρωτας τις προσμονές..
Δήθεν..?
Αληθινές..?
Κανένα απ’ τα λαβώματα
δε βρήκε
να’ απαντήσει..
Ως και το χάραμα..
νύσταγμα δήλωσε
και πήρε να κοιμίσει,
όλα της νύχτας
τα μαλώματα..
Σ’ απόηχο
απ’ το γδαρμένο
απ’ το μουτζουρωμένο φως του,
γλυκά να τ’ ακουμπήσει..
Τι νύχτα ..
με φώσφορο σαβανωμένη
ήταν κι αυτή…!
Μια νύχτα ξέθωρη..
μια νύχτα αφορισμένη
από τα ατέλειωτα,
ηλεκτροφόρου έρωτα,
αλλόφρονα.. γιατί……!


Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

ΑΝΑΓΚΗΣ ΨΗΓΜΑΤΑ... (Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ)




ΑΝΑΓΚΗΣ ΨΗΓΜΑΤΑ... (Της Γιούλης Παπαδοπούλου)


 

Τόσα τα χιλιοειπωμένα
κι όμως ανείπωτα.
Σκέψεις....συρτάρια κλειδωμένα
ήθη ξετσίπωτα !
Αδύνατη η επικοινωνία
βράχος που ανθίσταται.
Παρείσακτη η αγωνία
ωσεί παρίσταται...
Άνθρωποι αγρίμια -λες- θηρία
φτηνοί κι απόμακροι
σε λαϊκά λεωφορεία
συρμοί στενόμακροι.
Λέξεις στιλέτα ακονισμένα
ηχούν σαν ψεύτικες
κορμιά επιτήδεια στολισμένα
φρούτα που γεύτηκες....
Τόσα τα χιλιοειπωμένα
κι όμως ανείπωτα.
Παιδιά οι ψυχές μας πεινασμένα
τα βάρη ασήκωτα....



Κυριακή 18 Μαΐου 2014

ΚΑΛΕΣΜΑ (Κ. ΚΑΝΑΚΗ-ΑΞΟΥΓΚΑ)




ΚΑΛΕΣΜΑ (Της Κατερίνας Κανάκη-Αξούγκα)



Θα ρθεις
φορώντας τα καλά σου
το καπνισμένο από το χνώτο του δειλινού
άσπρο πουκάμισο
και
το μαύρο με τσάκιση παντελόνι.
Θα μ' αγναντεύεις από τον καθρέφτη
του αυτοκινήτου σου,
βηματοκυματούσα,
με άσεμνη χάρη,
με τη φούντωση του στήθους ξεσκέπαστη
να σου φωνάζω: έλα!!!
Έλα φορτωμένος λαγνεία
με το ανεπίστρεπτο ταξίδι, έλα σε μένα!
Κάτω από των φυλλωμάτων τα φιλήματα
με το κοκκινόρωγο σταφύλι των κρασιών μου
θα σε μεθύσω, εσένα,
τον γευσιγνώστη των ηδονών.
Μαζί το λίγο θα κάνουμε πολύ
και τις στιγμές αιώνα.