Ετικέτες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΙ" ΠΟΙΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΙ" ΠΟΙΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

"ΑΛΔΕΒΑΡΑΝ" του ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ



"ΑΛΔΕΒΑΡΑΝ"

ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ



Οἱ πρῶτες παπαροῦνες τοῦ Μάη
ραμφίσανε μέ αἵματα τῆς ἄνοιξης
τό λαχουρί φουστάνι.
Δαμάστηκεν ὁ ἵμερος τῆς χλόης καθώς οἱ ἡλιαητοί
γιόρτασαν τήν γιορτή τῶν ταυροκαθαψίων.
Ἀπάντεχα μᾶς ξέβρασε ἡ βάρκα τῆς ἐλπίδας
στήν ἀκροπελαγιά τῆς μνήμης.
Χέρια καιρό γυμνασμένα γιά τό δοξάρι καί τόν πόλεμο
πού δέν ἄνοιξαν δρόμο καί πόρο
γιά τήν μεγάλη χώρα.
Ποῦ εἶναι τῆς γιορτῆς τό ρηγικό κεμέρι
ἡ σπατάλη μας ἀσπέδιστη
στοῦ κόσμου τήν ἀγυρτεία.
Ποῦ εἶναι τῆς Κυριακῆς τό αὔγασμα
μέ τά σπασμένα κρύσταλλα τῆς καμπάνας
καί τό μακεδονήσι στά μαλλιά.
Κι ὁ ξυλοκόπος τοῦ ὕπνου πού ἀνέβαινε
σκαλί – σκαλί τήν σκάλα
νά πριονίσει τό ἀσημόδεντρο στό δάσος τοῦ φεγγαριοῦ.
Ποῦ εἶσαι κλεισμένη ὦ!
στόν στειχιωμένο πύργο τῆς σιωπῆς
πιό ψηλή ἀπό τοῦ ἥλιου τόν ἴσκιο.
Ἄσπρη σάν τόν περιστεριώνα
πού ἀδιάκοπα κυβερνᾶ τά φτερά τῶν ἤχων.
Τήν ἔγνοια μας στούς λαμνοκόπους ἀφήσαμε
τῶν πουλιῶν.
Καί τοῦ ψωμιοῦ τόν κόπο καί τό κρασί
στήν ἁπλωσιά τοῦ ἀργέστη καί τόν καιρό
τόν πρωτομάστορα.
Ψηλώσαμε τήν ἐλεγεία της βροχῆς ἴσαμε τίς κορφές
τῶν κυπαρισσιῶν.
Τῶν κυπαρισσιῶν πού λογχίζουν ἀνάηχα τά σωθικά τῆς νύχτας.
Τά ἔργα καί οἱ μέρες μας
σκουτάρια καί φλάμπουρα νά φοβερίζουν τόν χάροντα
καβαλάρη στό ἀντίδρομο στρατοκαρτέρι.
Θά γράφεις μέ τό δάχτυλο
στήν μάταιην εὐκολία τῆς θάλασσας
τόν ἔρωτα καί τήν μακρυνή φωνή σου.
Καί θά κοιμᾶσαι σάν παιδί
στῶν ρόδων τά ματόφυλλα.
Ὅταν θά λαμπαδιάζεις μόνη ἐσύ
ἀσύγκριτη
στ’ ἀρκουδορέματα καί τίς ὀροσειρές τῆς μνήμης.
  

(Δ. Λιαντίνης, ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, Ποιήματα, σελ. 20-21)


Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

ΠΑΤΡΙΔΑ (ΟΥΑΡΣΑΝ ΣΑΪΡ)



ΠΑΤΡΙΔΑ (Της Ουαρσαν Σαϊρ*)



Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις
ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη
οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα
με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους
το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου
που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου
κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του
αφήνεις την πατρίδα
μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.
κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά
φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου
ζεστό αίμα στην κοιλιά σου
δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες
μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου
και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο
ανάμεσα στα δόντια σου
και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων
κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού
δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.
πρέπει να καταλάβεις
ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα
εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά
κανένας δεν καίει τις παλάμες του
κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια
κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού
τρώγοντας εφημερίδες
εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει
σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.
κανένας δε σέρνεται
κάτω από φράχτες
κανένας δε θέλει να τον δέρνουν
να τον λυπούνται
κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων
ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία
όπου το σώμα σου πονούσε
ή τη φυλακή,
επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη
από μια πόλη που φλέγεται
και ένας δεσμοφύλακας το βράδι
είναι προτιμότερα από ένα φορτηγό
γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου
κανένας δε θα το μπορούσε
κανένας δε θα το άντεχε
κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό
για να ακούσει τα:
γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι
πρόσφυγες
βρομομετανάστες
ζητιάνοι ασύλου
που ρουφάτε τη χώρα μας
αράπηδες με τα χέρια απλωμένα
μυρίζετε περίεργα
απολίτιστοι
κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε
να κάνετε και τη δική μας
πώς δε δίνουμε σημασία
στα λόγια
στα άγρια βλέμματα
ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά
από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού
ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά
από δεκατέσσερις άντρες
ανάμεσα στα πόδια σου
ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο
να καταπιείς
από τα χαλίκια
από τα κόκαλα
από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.
θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,
αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου
και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα
εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές
εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα
να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου
να συρθείς στην έρημο
να κολυμπήσεις ωκεανούς
να πνιγείς
να σωθείς
να πεινάσεις
να εκλιπαρήσεις
να ξεχάσεις την υπερηφάνεια
η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.
κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι
μια ιδρωμένη φωνή στο αυτή σου
που λέει
φύγε,
τρέξε μακριά μου τώρα
δεν ξέρω τι έχω γίνει
αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού
θα είσαι πιο ασφαλής απ΄ ό,τι εδώ.


(*Η Ουαρσαν Σαϊρ είναι μία προσφυγοπούλα από την Κένυα)


Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΡΩΤΑΣ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)



ΕΡΩΤΑΣ (Του Δημήτρη Λιαντίνη)


Ο έρωτας είναι γνώση. Ο έρωτας είναι ευγένεια και αρχοντιά.

Είναι το μειδίαμα της σπατάλης ενός φρόνιμου Άσωτου, Πως η φύση ορίζει το αρσενικό να γίνεται ατέλειωτη προσφορά και θεία στέρηση για το θηλυκό.

Το θηλυκό να κυνηγάει τις τύψεις του. Στον έρωτα όλα γίνονται για το θηλυκό. Η μάχη και η σφαγή του έρωτα έχει το νόημα να πεθάνεις το θηλυκό, και να το αναστήσεις μέσα στα λαμπρά ερείπια των ημερών σου. Πάντα σου μελαγχολικός και ακατάδεχτος.

Στη σωστή ερωτική ομιλία, το θηλυκό δίνει το ύφος της σάρκας και το αρσενικό τη σύνεση της δύναμης. Μιλώ για τα καράτια κοντά στα εικοσιτέσσερα. Για στήσιμο πολύ μεταξωτό. Και το μετάξι μόνο ζωικό παρακαλώ.

Το πρώτο λοιπόν είναι πως όταν το θηλυκό είναι θηλυκό, την ευθύνη για να γίνει και να μείνει ως το τέλος σωστή η ερωτική σμίξη την έχει ο άντρας.

Πάντα όταν φεύγει η γυναίκα, θα φταίει ο άντρας. Να το γράψετε να μείνει στον αστικό κώδικα.

Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του.

                                                                                                    (Απόσπασμα από το "ΓΚΕΜΜΑ")

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

ΤΟ "ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ" ΕΝΟΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ ΠΟΙΗΤΗ



ΜΕΡΕΣ ΙΟΥΛΗ, ΠΡΙΝ 86 ΧΡΟΝΙΑ, ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ.


Τέτοιες μέρες του καλοκαιριού ήσαν και τότε που βρέθηκε νεκρός από αυτοπυροβολισμό ο τραγικός αυτόχειρας ποιητής Κ. Καρυωτάκης... Πάνω του βρέθηκε και το παρακάτω σημείωμα...
"Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου."


Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΗΡΩΑΣ ΦΑΝΤΑΖΟΥΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ...




Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΕΙΧΕ ΠΡΟΦΗΤΕΨΕΙ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ ΠΟΥ ΘΑ ΔΥΝΑΣΤΕΥΕ ΤΙΣ ΖΩΕΣ ΜΑΣ... ΚΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΗΡΩΑΣ ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ, ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ, ΙΣΩΣ ΞΑΝΑΔΙΧΝΕΙ ΤΟN ΔΡΟΜΟ...


Ήδη, σας το είπα. Είναι η βαρβαρότητα. Τη βλέπω να 'ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του...
                                                                                                                   ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


ΕΜΠΡΟΣ ΚΑI ΠΑΛΙ (Του Αλέκου Παναγούλη, ποίημα που δημοσιεύθηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, στις 13-4-2004)


Εμπρός και πάλι
για ένα καινούριο ξεκίνημα
από τον ίδιο Δρόμο
για τον ίδιο Σκοπό.


ΠΑΛΗΣ ΞΕΚΙΝΗΜΑ (Τραγούδι σε στίχους του Αλέκου Παναγούλη και μουσική Μίκη Θεοδωράκη που πρωτοτραγουδήθηκε από την Μαρία Φαραντούρη)

 
Πάλης ξεκίνημα
νέοι αγώνες
οδηγοί της ελπίδας
οι πρώτοι νεκροί.

Όχι άλλα δάκρυα
κλείσαν οι τάφοι
λευτεριάς λίπασμα
οι πρώτοι νεκροί.

Λουλούδι φωτιάς
βγαίνει στους τάφους
μήνυμα στέλνουν
οι πρώτοι νεκροί.

Απάντηση θα πάρουν
ενότητα κι αγώνα
για νά 'βρουν ανάπαυση
οι πρώτοι νεκροί.


Δείτε παρακάτω και τα σχετικά βίντεο.




Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

ΕΠΙΒΙΩΣΗ... (Μ. ΧΑΚΚΑΣ)



ΕΠΙΒΙΩΣΗ... (Του Μάριου Χάκκα από το "Νεκρώσιμη ακολουθία")



Μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας
ότι όσοι έχουν οξύτατη όραση
θα επιζήσουν της πρώτης κρίσεως
των καρδιακών κρίσεων
της οικονομικής κρίσεως
ακόμη και της εσχάτης κρίσεως
αρκεί ν’ αντέξουν τις κρίσεις συνειδήσεως.
Κατά τα άλλα
πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι
γιατί δεν άρχισε να βρέχει βατράχια
αν και θα επινοηθούν ειδικά αλεξιβρόχια
αποσμητικά κατά της αηδίας
έως ότου εξοικειωθούμε με την μπόχα
των νεκρών αισθημάτων κι ελπίδων.


Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΓΡΙΤΣΗΣ: ΕΝΑΣ "ΑΛΛΟΙΩΤΙΚΟΣ" (ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΣ) ΠΟΙΗΤΗΣ...



ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΙΔΙΟΤΥΠΟΣ ΑΛΛΑ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΟΣ ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΣ ΚΑΙ ΟΛΗ ΤΟΥ Η ΖΩΗ ΜΟΙΑΖΕΙ ΜΕ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ...


Ο Νίκος Γρίτσης θα μπορούσε να ήταν μυθιστορηματικός ήρωας -έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του πρωταγωνιστή που θα μπορούσαν να γοητεύσουν και να παρασύρουν τον αναγνώστη μέχρι το τέλος του βιβλίου. Μερικές φορές, όμως, η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία.

Πώς ήταν τα παιδικά σου χρόνια; Είμαι ο καρπός παθιασμένου σεξ σε νεκροταφείο: Ο αρχηγός του Πανακρατικού της Τρίπολης γνώρισε την υποτιθέμενα πιο ωραία μαθήτρια εκείνης της εποχής, βγήκαν στο πρώτο τους ραντεβού και έκαναν έρωτα για πρώτη φορά στο νεκροταφείο της πόλης. Ήταν το μοναδικό ήσυχο μέρος της περιοχής. Η μάνα μου ήταν δεκαεπτά ετών, έμεινε έγκυος, σταμάτησε το σχολείο και παντρεύτηκε τον πάτερα μου. Αναγκαστικά παντρεύτηκε, γιατί έτσι επέβαλε το ήθος της εποχής, «την άφησες έγκυο, θα την πάρεις». Μεγάλωσα στην Τρίπολη, μέχρι το γυμνάσιο. Μέχρι τότε δεν είχα κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο σε κάτι, ούτε στη μουσική, ούτε στον αθλητισμό. Απλά εκείνη την εποχή οι ταινίες του «Godfather» και του «Rambo» ήταν δείγμα αρρενωπότητας, όπως και οι διαφημίσεις του «Marlboro» και του «Camel». Είχα σαν πρότυπο τον πατέρα μου που ήταν ο ωραίος, ο τσαμπουκάς και ο σέντερ μπακ αρχηγός της τότε ομάδας της Τρίπολης, ενώ η μάνα μου ήταν πιο καλλιτεχνικός τύπος. Διάβαζε πάρα πολύ λογοτεχνία, ενώ είχε ασχοληθεί και με την ηθοποιία. Τότε λοιπόν ξεκίνησα την πυγμαχία στην Τρίπολη, παρόλο που την εποχή εκείνη δεν ήταν κάτι διαδεδομένο. Ύστερα οι γονείς μου χώρισαν και στα 14 έφυγα με τη μάνα μου για την Αθήνα. Εκεί ξεκίνησα πιο σοβαρά την πυγμαχία, την εποχή που άρχισα να διαμορφώνομαι σαν άτομο.
Με την πυγμαχία ασχολήθηκες κάποια στιγμή και επαγγελματικά; Ήμουν από τους καλυτέρους αθλητές του Γιάννη Αϊδηνιώτη, πυγμάχου τότε του Παναθηναϊκού, ο οποίος αργότερα ασχολήθηκε με τη νύχτα. Ήμουν σχεδόν επαγγελματίας, γιατί άργησα να ξεκινήσω. Στη Τρίπολη δεν υπήρχε κάποια σχολή πυγμαχίας. Είχα κάνει κάποια μαθήματα στον Πανελλήνιο και είχα μια ιδέα πώς βγαίνει το αριστερό-δεξί κροσέ, αλλά δεν ήμουν σε επίπεδο πρωταθλητισμού.

04

Με τη νύχτα πώς έμπλεξες; Στην εφηβεία, μετά το χωρισμό των δικών μου, κατατάχτηκα εθελοντής στις ειδικές δυνάμεις στο στρατό, στο Μεγάλο Πεύκο, και έγινα δόκιμος αλεξιπτωτιστής. Ήμουν ανθυπολοχαγός από τα 18 έως τα 20 και είχα μάθει από πιστόλια -έτοιμο «μπουμπουκάκι», δηλαδή. Εκεί άρχισα τις επαφές μου με το κόσμο της αθηναϊκής νύχτας. Το είχα στο αίμα μου τότε, έβραζε το μέσα μου. Αν και δεν με υπολόγιζαν πολύ σαν δύναμη -γιατί είχα ύψος 1.75 και δεν ήμουν κάνας φουσκωτός- ξεκίνησα να δουλεύω σε διάφορα μαγαζιά ως πορτιέρης, όπως το «Wild Rose», και σε μαγαζιά πίσω από το HILTON. Την εποχή εκείνη η νύχτα της Αθήνας βρισκόταν σε μετάβαση. Είχαν γίνει δολοφονίες μεγάλων μπράβων της εποχής: Καλλημώρου, Σιώμου, Δεληκάρη, είχε κλείσει ένας κύκλος αίματος και είχαν βγει οι καινούριες ομάδες προστασίας στη νύχτα. Σε μια από αυτές εντάχτηκα και εγώ ως πορτιέρης, αλλά σιγά – σιγά μπλεκόμουν σε φασαρίες και τσακωνόμουν. Με βγάζανε και μπροστά σαν πυγμαχάκι που ήμουν και καταλαβαίνεις, σιγά-σιγά έγινα μπραβάκι. Μετά πήγαμε όλη η ομάδα στον Πειραιά και άρχισα να δουλεύω στο «Metropolis» και σε άλλα μεγάλα μαγαζιά. Χωρίς ιδιαίτερες περγαμηνές γιατί ήμουν κοντός, δεν ήμουν ο άνθρωπος που θέλανε για να φαίνεται, αλλά ήμουν ο άνθρωπος που για ό,τι γινόταν, με πετάγανε μπροστά. Είχα και εγώ τότε το «αφόβητο», αυτή την άγνοια κίνδυνου.
Κι αποφάσισες ότι θα δουλεύεις ως μπράβος; Μόλις έφτασα σε ένα σημείο να ορίζω τα πράγματα, να πηγαίνω να εισπράττω από τα μαγαζιά «προστασία», άρχισαν σιγά-σιγά να με εκτιμούν και μου άρεσε αυτό. Ήρθα σε κόντρα και με μερικούς μπράβους των αντίθετων πλευρών γιατί ήταν λίγο παλαιστικοί ή μπιστολιάδες και αναγκάστηκα και εγώ πρώτη φορά να πάρω όπλο  στα χέρια μου για να υπερασπιστώ τη δουλειά μου. Χωρίς να το χρησιμοποιώ, ήταν πιο πολύ για μόστρα, ότι έχω και εγώ, του τύπου «αφήστε τα κάτω τώρα και πάμε να τσακωθούμε με τα χέρια αφού έχουμε και οι δυο». Ήταν επικίνδυνα τότε γιατί οπλοφορούσαν πάρα πολλοί και πυροβολάγανε μέσα από τις τσέπες, μέσα από τα ζακετάκια και τα μπουφάν. Μετά άρχισαν άλλα πράγματα που δεν γούσταρα. Θεωρούσα ότι ήταν πιο αντρίκιο το ξύλο με τα χέρια. Αφού δούλεψα σε διάφορα μπουζουξίδικα και μπαρ της Αθηνάς, το «Ωπα – Ωπα» το «Λαπλάγια», το καλοκαίρι του ’94 ανέβηκα να δουλέψω στο χειμερινό «Ωπα – Ωπα» που είχε τότε τα Κακά Κορίτσια και το Δημήτρη Κόκοτα και πρωτοεμφανιζόμενο τον δεκαεξάχρονο Πάνο Κιάμο. Έμπλεξα λίγο παραπάνω, γιατί δούλεψα για κάποιους επιχειρηματίες και πήρα κάποιες δουλειές λίγο επικίνδυνες. Για κακή μου τύχη, σε ένα ταξίδι προς τη Πάτρα το Νοέμβριο του ’95, στο αμάξι που ήμουν εν κινήσει έσκασαν εκρηκτικά. Με συνέλαβε τότε από η αντιτρομοκρατική ως πιθανό τρομοκράτη. Δεν είχε ακόμα συλληφθεί η 17 Νοέμβρη. Τους κίνησα την περιέργεια επειδή είδαν ότι ήμουν ψιλο-όμορφος, μίλαγα έκτος από την ελληνική και άλλες δυο γλώσσες και είχα βγάλει το κολλέγιο πολιτικών επιστήμων για δυο χρόνια. Με συνέλαβαν στο νοσοκομείο Τρικάλων όπου είχα πάει για νοσηλεία κατευθείαν μετά το ατύχημα. Ήταν κοντά και η μάνα μου και διάφοροι γνωστοί του. Έβγαλαν το συμπέρασμα ότι ανήκω σε τρομοκρατική οργάνωση και προφυλακίστηκα κακήν κακώς την εποχή των εξεγέρσεων των φυλακών το ’95.

03

Στη φυλακή πώς ήταν τα πράγματα; Είχε ξύλο; Με πήγαν στη φυλακή του Ναυπλίου για δεκαπέντε μήνες σωφρονισμού. Εκεί έτσι και ρίξεις μπούνια τρως χρόνια φυλάκιση γιατί λένε ότι δεν σωφρονίστηκες. Η φυλακή έχει ξύλο, έχει πράγματα που γίνονται τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνει κανείς να δει. Βλέπεις δηλαδή τον σωφρονιστικό υπάλληλο να επιτηρεί, εσύ στέλνεις κάποιους, κάνουν αντιπερισπασμό, δεν κοιτάζει αυτός εκείνη την ώρα, βουτάς τον άλλον και τον λιώνεις στο ξύλο. Άμα τον δει μετά ο σωφρονιστικός υπάλληλος και του πει «τι είναι αυτά τα αίματα και οι μελανιές και πού χτύπησες», αυτός που έφαγε το ξύλο δεν πρόκειται να καρφώσει για κανένα λόγο, θα πει «έπεσα και χτύπησα». Στη φυλακή, με το που μπήκα, με πήγανε στο θάλαμο των γύφτων για εκδίκηση. «Θα σε γαμήσουνε και θα σε σκίσουνε εκεί» μου λέγανε. Μόλις μπήκα εκεί μέσα δεν ήμουν και πολύ στα καλά μου, είχα νεύρα, ήμουν ένα ράκος ψυχολογικά. Ξαφνικά με πλησιάζει ένας τύπος (τρίπουστας του κερατά, πολύ μορφή) και μου λέει «μανάρι μου μπορώ να πάω να σου φέρω έναν καφέ; Ένα γάλα, κάτι που θες;». Του λέω «τι λες ρε μαλάκα, για ποιο λόγο;» και μου λέει «για να με βλέπουν οι υπόλοιποι κρατούμενοι ότι φέρνω σε εσένα καφέ και να μη με βαράνε». Το φιλοσόφησα μερικά δευτερόλεπτα και μετά του είπα να φέρει. Έρχονται τότε οι πονηροί, οι πρεζάκηδες, οι μάγκες της φυλακής και μου λέει κάποιος: «γαμάς το γέρο ρε;». Του σκάω ένα σκαμπίλι, τον αρχίζω στο ξύλο και του λέω «Τον γέρο δεν θα τον ξανα-ακουμπήσει κανένας γιατί είναι μορφή και βγάζει γέλιο, αλλιώς θα σας γαμήσω. Θα σας βρω την τουαλέτα» (είχαμε μία που χρησιμοποιούσαμε 30 άτομα). Ε, μετά πήρε θάρρος και ο γέρος που τον βοήθησα και αρχίζει να μου φέρνει φαγητό. Μια μέρα ήθελε να μου σιδερώσει το παντελόνι. Σίδερο δεν είχαμε, αλλά ήθελε να το σιδερώσει. Του έδωσα το παντελόνι, το ακουμπάει κάτω και αρχίζει και χοροπηδάει πάνω του με τον κώλο, τραγουδώντας το «ένα νερό κυρά Βαγγελιώ, ένα νερό κρύο νερό». Έπεσα κάτω από τα γέλια. Στις φυλακές, να ξέρεις, μπορείς να φέρεις και τσιγάρα, να φέρεις και τηλέφωνα και ό,τι θες. Τις φυλακές δεν τις ελέγχουν οι σωφρονιστικές διοικήσεις, τις ελέγχουν οι κρατούμενοι. Όπως ελέγχει τη χώρα ο λαός, το ίδιο γίνεται και στη φυλακή.
Έτσι όπως τα λες, δεν μου φαίνεται να πέρασες δύσκολα. Δεν μπορώ να πω ότι ήταν δύσκολα, γιατί είχα δει πολλά και είχα άγνοια του κίνδυνου. Ήμουν βλαμμένος με το έγκλημα, το θεωρούσαμε κουλτούρα. Ξέραμε ότι θα μας σεβαστεί ο υπουργός ή ο επιχειρηματίας άμα είμαστε μπράβοι, γιατί θα μας χρησιμοποιήσει να σπάσουμε μια διαδήλωση, ή να του κάνουμε κάποια δουλειά. Βλέπαμε ότι από εμάς θα ζητήσει ναρκωτικά, ή να προστατευτεί από τη βίζιτα που σηκώθηκε της έσκασε μία στα μούτρα και σηκώθηκε και έφυγε και μετά φοβόταν να μην του κάνει μήνυση και μαλακίες. Στα «μπραβίστικα» βλέπεις τα πάντα.

02

Για πες μου τώρα σαν μπράβος τι δουλειές έκλεινες; Έριχνες πολύ ξύλο; Ερχόντουσαν αποκλειστικά γυναίκες για να ζητήσουν κάτι. Απελπισμένες γυναίκες που είχαν χωρίσει, επειδή τις παράτησαν στο δρόμο, επειδή τις έδειραν, για πολλούς λόγους, επειδή δεν τους έδιναν διατροφή. Και θυμάμαι και διάφορα κωμικά περιστατικά. Είχε έρθει κάποια και μου λέει «έχω μόνο 50 χιλιάρικα, ρίχ’ του δυο μπουνιές». «Λες ότι δεν έχεις να φας μωρή, έχεις μόνο 50 χιλιάρικα και το πρόβλημα σου είναι αυτό;». Αυτό ήταν όμως, γιατί της έχει γαμήσει τη ζωή ο άλλος. Μου έλεγε κάποια «θέλω να τον κοιτάζω από το μπαλκόνι να τον δέρνεις, μπορείς; Και να φωνάζω εγώ απ’ το μπαλκόνι ‘Μη! Μη, τον άντρα μου!». Ζούσα μια κωμωδία. Περισσότερο ως μπράβος ασχολήθηκα με τις γυναίκες. Τους κέρδιζα την εμπιστοσύνη, ήταν και η φάτσα μου τέτοια και ερχόντουσαν και μου λέγανε «μου έκανε αυτό, μου έκανε εκείνο, μου έκανε το άλλο». Και με ρίχνανε.
Έχεις νιώσει τύψεις καθόλου την ώρα που πας να δείρεις κάποιον; Φυσικά και έχω νιώσει, πάρα πολλές φορές. Δεν νιώθεις ωραία χτυπώντας έναν άνθρωπο που δεν τον ξέρεις και δεν σου έχει κάνει τίποτα. Για να χτυπήσω κάποιον, έψαχνα να βρω τρόπους μέσα μου να τσαντίζω τον εαυτό μου. Έβρισκα τρόπους να γίνω κακός. Σε κάθε ξυλοδαρμό είχα τύψεις και ξέρεις δεν τις είχα σε πρώτο χρόνο, αλλά σε δεύτερο. Μετά από μια ώρα έλεγα «τι έκανα τώρα; Μπας και του έσκισα το ζυγωματικό; Μπας και τον άφησα στο τόπο και δεν το κατάλαβα; Μπας το ένα; Μπας το άλλο; Και άμα ήταν γνωστός; Ή φίλος, ή συγγενής;» όλα τα σκέπτεσαι μετά. Από την άλλη, παίζει και το αντίθετο, σκεφτόμουν «το μουνόπανο, το χρειαζόταν» γιατί το είδα την ώρα εκείνη που τον βάραγα, το είδα στα μάτια του, ότι ήταν μουνόπανο και τις ήθελε ο πούστης. Πιστεύω ότι έχω φτιάξει ζωές ανθρώπων με ξύλο. Από το γυμνάσιο ακόμα. Ερχόταν ένας μαθητής διπλάσιος και με ξεφτίλιζε μπροστά στην γκόμενα; Μπουνίδι, κεφαλοκλείδωμα και το πρόσωπο κάτω στο τσιμέντο. Την άλλη μέρα καλύτερος άνθρωπος αυτός, σεβαστικός, μύγα δεν ξανά πείραζε. Το λέει και το ευαγγέλιο «όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος».
Έχεις μετανιώσει για όλα αυτά, 17 χρόνια μετά; Φυσικά και έχω μετανιώσει. Πιστεύω στο λάθος. Εγώ δεν είμαι της θεωρίας ότι για ότι έχω κάνει δεν μετανιώνω. Μετανιώνω και το έχω κάνει τραγούδι κιόλας «Μετανιώνω, κάθε ώρα και στιγμή, μετανιώνω». Εννοείται πως μετανιώνω. Απλά η μετάνοια κρύβει μέσα της δύναμη και πρέπει εσύ να είσαι αυτός που θα το πάρει χαμπάρι , τι έχεις κάνει λάθος δηλαδή και τι σωστό. Έχω χάσει από αυτά που έκανα στο παρελθόν, έχω χάσει τη μάνα μου, έχω χάσει τα χρόνια μου, τη φήμη μου, τη ζωή μου, την εμπιστοσύνη που μπορεί να μου είχαν οι άνθρωποι.

05

Δεν έχεις κερδίσει πράγματα; Έχω και κερδίσει. Αν δεν έχεις φάει και δεν έχεις ρίξει ξύλο, δεν έχεις καταλάβει πώς είναι η όλη ιστορία. Αν δεν έχεις κοντραριστεί με τους ανθρώπους δεν θα σου βγάλει από μέσα σου κάτι κάλο, κάποιο συναίσθημα, υλικό για όνειρα για τη ζωή. Πρέπει να υπάρχει τριβή, βάσανο. Απ’ έξω και με φιλική συμμέτοχη δεν γίνεται τίποτα. Εμένα η μάνα μου μού έδινε δύναμη στη φυλακή, μου έλεγε «μια τρύπα είναι όλο αυτά, θα τα καταφέρεις, θα επιβιώσεις». Αλλά το ότι έχω μετανιώσει δεν σημαίνει ότι αν με έβαζες υπό τις ίδιες συνθήκες πάλι σε εκείνη την εποχή θα μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικό. Αν είχα τη γνώση που έχω σήμερα και με πήγαινες πάλι τότε, σε εκείνο το μαλακισμένο παιδί, δεν ξέρω τι θα έκανα.
Και πώς άλλαξες τελικά και έγινες στιχουργός, Ποια είναι η ιστορία; Όταν αποφυλακίστηκα, αποφάσισα ότι πρέπει να αλλάξω, να πάρω τη ζωή στα χέρια μου ξανά. Έπιασα δουλειά με μέσο σε σουπερμάρκετ, στην αρχή, για ένα εξάμηνο. Αλλά αν και είχα μεγάλο δίχτυ προσαρμοστικότητας, το σκέφτηκα και αποφάσισα ότι ήταν ανούσιο για μένα, όχι επειδή δεν μου άρεσε η δουλειά ή επειδή δεν μπορούσα να προσαρμοστώ, αλλά με πέταγε έκτος ρυθμών αυτών που ήθελα να κάνω. Μέσα μου είχα αποφασίσει ότι θέλω να ασχοληθώ με το τραγούδι. Όταν ήμουν στην φυλακή άκουγα μουσική από ένα ραδιόφωνο και έπιανα τις μελωδίες και έβαζα πάνω δικούς μου στίχους. Όταν έγραψα κάποια κομμάτια άρχισα να χτυπάω τις πόρτες των καλλιτεχνών αλλά με αντιμετώπιζαν σαν εξωγήινο, μου έκλειναν τις πόρτες στα μούτρα σε απογοητευτικό βαθμό. Μέχρι που μια μέρα συνάντησα στο δρόμο τον Νίκο Καλλίνη, στο Παγκράτι που έμενα τότε. Ήταν με τη μηχανή του και τον σταμάτησα. Του είπα ότι γράφω στίχους και εκείνος δεν με αντιμετώπιζε πολύ σθεναρά γιατί τα είχε ξανά ακούσει όλα αυτά. Του είπα ότι γράφω καλούς στίχους και ότι θέλω να τους ρίξει μια ματιά και αν δεν του αρέσουν να τους σκίσει. Τον πίεσα λίγο παραπάνω, ότι και καλά θα το έπαιρνα προσωπικά, και τους διάβασε, και την άλλη μέρα με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει «έλα, έχω γράψει μουσική για τους στίχους σου»! Ήταν τα τραγούδια «Μετανιώνω» και «Αγάπη, τι δύσκολο πράγμα» του Σφακιανάκη. Έτσι μπήκα στο τραγούδι και ξεκίνησα τη συνεργασία μου με πολλούς καλλιτέχνες: τον Σφακιανάκη, τον Μαζωνάκη, τον Χατζηγιάννη, την Γλυκερία, τον Μακρόπουλο και άλλους.
Σήμερα τι κάνεις στη ζωή σου; Σήμερα ζω στην Τρίπολη που είναι η πρώην γυναίκα μου και τα παιδιά μου, ασχολούμαι με το τραγούδι και κατεβαίνω μερικές φορές το μήνα στην Αθήνα για να συναντήσω κάποιους ανθρώπους που ίσως τραγουδήσουν κομμάτια μου. Επίσης, έχω εκπομπή ραδιοφωνική στο σταθμό της Τρίπολης και βοηθώ αμισθί την πόλη μου στα πολιτιστικά της. Αυτό το γουστάρω πάρα πολύ, μπορεί να είναι κάποιοι από την Τρίπολη, αλλά γουστάρουν να ακούσουν τον Χαρούλη ή την Μποφίλιου και το γουστάρω αυτό. Και εγώ με τον τρόπο μου θα τους πείσω αυτούς να έρθουν να τραγουδήσουν. Ζω μια ήρεμη και φυσιολογική ζωή εκεί, θέλω να πεθάνω εκεί και δεν το αλλάζω με τίποτα αυτό.

06
Κείμενο: Τάσος Αντωνόπουλος
Φωτογραφίες: Πάνος Κέφαλος

Δείτε παρακάτω και τα σχετικά βίντεο.




Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

16 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ Ο ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ ΕΘΕΛΟΥΣΙΑ ΠΕΡΑΣΕ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ...



1-6-1998 ΚΑΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, ΩΣ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ, ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΔΥΘΕΙ ΣΤΟ ΧΑΟΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΕΡΥΨΩΘΕΙ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ...



ΚΡΑΤΗΡ (του Δ. Λιαντίνη)
 
Ἡ μουσική πού ξαγριεύει τά πουλιά
διαγούμισε τίς πολιτεῖες.
Στα κλαδιά τῆς ἀκακίας άνθίζει ἡ βιάση.
Κατηφοράει στούς λόφους πίσσα και πορφυρή
μαρμαρυγή.
Στ’ ἀρχοντικό τῆς σεισμοπυρκαγιᾶς
φῶτα καί καμπάνες.
Παράμερα σκουριάζουνε λυπητερά
τά σάνδαλα τοῦ Ἐμπεδοκλῆ.
 


Ο Εμπεδοκλής ανεβαίνει τα ύψη κάθετα. Σε τέμπο ανήμερο. Μουσική με εξαίσια όργανα συνοδεύει το δρόμο του. Είναι εκείνη η άλλη Eroica. Ο μεγάλος Κωφός δεν έχει χρεία πια να σκίσει την αφιέρωση του. Γιατί ο ήρωας δε θα φενακίσει τώρα την ελπίδα των ανθρώπων. Και το Marcia funebre ακούγεται για πάντα τραγούδι του πένθους. Στο δρόμο θανάτου που δεν έχει γυρισμό.
Το βήμα του αστροβάτη αφήνει πίσω τις πλαγιές, μαζί με το φως του ήλιου που βασιλεύει αντίκρα. Μια γραμμή καθαρή χωρίζει το φωτιζόμενο που καταδιώκεται, και ανεβαίνει, και λιγοστεύει. Από τη σκιά που καταδιώκει, και ανεβαίνει, και περισσεύει. Ώσπου ο ίσκιος να σκεπάσει την τελευταία άκρια της κορυφής του όρους. Την ώρα που η στερνή αχτίνα του ήλιου από πέρα θα βυθίσει στο βύθος των οριζόντων.
Το πήδημα του Εμπεδοκλή στη μήτρα του Χάους άγγιξε την πιο ανθρώπινη πράξη που έπραξε άνθρωπος.
Γιατί; Γιατί εκεί και τότε παίχτηκε στα ζάρια το αρχέτυπο, και όχι το παράδειγμα.
Πώς; Το πώς μας το άφηκε αίνιγμα και δώρο.
 

                                                                                   (Απόσπασμα από το "ΓΚΕΜΜΑ")


Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Ο ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΟΣ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)



Ο ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΟΣ (Απόσπασμα από το "ΓΚΕΜΜΑ" του Δημήτρη Λιαντίνη)


Εις ανάμνηση της ημέρας (σαν σήμερα) που ο Δημήτρης Λιαντίνης, ως άλλος Εμπεδοκλής, ανέβηκε στο δικό του όρος...


Όταν ανέβηκε για πρώτη φορά ο Εμπεδοκλής το όρος, άλλο επερίμενε και άλλο είδε.

Ωσάν επερπάτησε τους πρώτους λόφους. ωσάν έπιασε ν' ανηφορίζει τις απανωτές υπώρειες, τέσσερες πέντε η μία όλο και πιο ψηλά από την άλλη. ωσάν εκαβάλησε την τελευταία δειράδα και πάτησε την ακρώρειά της, εκεί αντίκρυσε την κορφή. Ξαφνικά.

Μανούλα μου! τί 'ταν εκείνο που ένιωσε τότες. Η ψυχή του εβούλιαξε. Πώς βουλιάζει φρύνος στη λάσπη, αν τύχει και τον πατήσει ιπποπόταμος; Του κόπηκαν τα ήπατα.

Ο τεράστιος φωτερός όγκος, που σαν τον αντίκρυζε από τον κάμπο εφάνταζε στα μάτια του απέραντα μακρυνός, χαμένος στα ύψη και στον ουρανό, άλλοτε να τον τρέχουν τα σύννεφα με βιαστικό διαβασίδι, άλλοτε μπαμπακερή απανωσιά να τον σκεπάζει ημέρες πολλές η αντάρα, άλλοτε να λάμπει στην αιθρία όρθιος, καμαροφρύδης, ατεμπίχιαστος, σα μαρμάρινος ώμος λευκού θεού,
αυτός ο τεράστιος φωτερός όγκος τινάχτηκε τώρα μπροστά στα μάτια του ζωντανός. Τον ένιωσε ένα ολοκάθαρο επίμονο βλέμμα αντίπαλου βλοσυρού, που σε κοιτάει ασκαρδαμυκτί. Να σε λυγίσει. Να σπείρει μέσα σου τον πανικό φόβο. Να σε κάμει να τρεκλίσεις και να σου διπλωθούν τα γόνατα. Να καταρέψεις στη γη και να ικετέψεις:

- Έλεος, βουνέ! δε σε υποφέρω.

Όταν αντίκρυσε για πρώτη φορά ο Εμπεδοκλής το όρος, το αισθάνθηκε συμπαγές ν' ακκουμπάει στη ράχη του.

- Θεοί! εφώναξε. Πού είναι η δύναμη που μου χρειάζεται τώρα, να αντέξω ετούτο το ατλαντικό βάρος; Άνθρωπος είμαι. Και μου ζητάτε τα δάνεια τιτάνα. Μα πώς γίνεται λοιπόν να το κάμω να γίνει; Πού το βλέπω καθαρά. Αν δεν κρατήξω το όρος στους ώμους μου, δε θα βρεθεί τρόπος να το ανεβώ. Να πατήσω την κορφή του. Να πηδήξω τον κρατήρα. Αχ! εδώ που με φέρατε, ποιος θα με συδράμει τώρα;

Είναι μεγάλος ο κόσμος. Και το σώμα μας να τον χωρέσει τόσο μικρό. Είναι πλατιά η σκέψη μας. Όμως δε φτάνει να διοδέψει τον άπειρο ουρανό. Και το μέτρο της ύπαρξής μας της φωτεινής είναι η γνώριμη πυγολαμπίδα μέσα στην ατελεύτητη λάμψη του ήλιου.

- Μα ποιος είμαι λοιπόν;

Έτσι εγύρισε τότε να ρωτήσει ο ορεινός στρατοκόπος, μέσα στη νικητήρια σιωπή που τον κύκλωνε. Και άκουσε την ίδια απόκριση. Σε γλώσσες διαφορετικές, και σε καιρούς άλλους:

- Όδε εκείνος εγώ! άθλιον Οιδιπόδαν.

Και σαν από μακρύτερα και ακατάληπτα κάπως,

- This is I, Hamlet the Dane.

Όταν αντίκρυσε για πρώτη φορά ο Εμπεδοκλής το όρος από την ψηλότερη ακρώρεια της τελευταίας δειράδας, ήταν η τρίτη μέρα μεσούντος του μήνα Πυανεψιώνα, ή Δαματρίου ή Αθύρ.


Η ΝΟΣΤΙΜΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΣΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΤΕΛΟΥΣ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)



Η ΝΟΣΤΙΜΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΣΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΤΕΛΟΥΣ (Του Δημήτρη Λιαντίνη)


Όλοι ταξιδεύουμε με το τσούρμο του Οδυσσέα. Το καράβι μας τραβά στους ανοιχτούς ορίζοντες του χρόνου. Σήμερα γλιστράμε πλησίστιοι με το ζέφυρο και με τους ετησίες. Αύριο ένας αιφνίδιος θρακιάς σηκώνεται από τα βουνά και το σύννεφο, και μας κατεβάζει ξυλάρμενους στην κοιλιά της καταιγίδας.

Ταξιδεύουμε στον πλόα του χρόνου με κόντρα τα κύματα και με τους ανέμους πειρατές. Και μπροστά μας καρτεράνε τα τέρατα και τα ξένα. Ο φόβος και οι καλές ελπίδες υφαίνουν το ρούχο της εμπειρίας μας στον αργαλειό του αγνώστου. Μας μαγνητίζει το ανείδωτο, και το ανείδωτο μας απειλεί. Παίζει μαζί μας και γελά το ναι και το όχι.

Θαμπά, πέρα από την αλισάχνη του πέλαγου ξαπλώνεται εκείνο το ακρωτήρι. Οι άνεμοι ταράζουν το πέτρινο σώμα του. Και η γλώσσα της θάλασσας γλείφει τις εξοχές και τα σκληρά άκρα.

Πίσω από το ανάσκελο μπόι του το μακρύ η τρίαινα του Ποσειδώνα αγριαίνει και κατακρούει τον πόντο. Εκεί έχει το νησί της η Κίρκη. Η Κίρκη περιμένει τους ναυτικούς με τα μάγια και τις βαθιές γητειές. Έτσι που περιμένει ο έρωτας τους νέους στη στροφή της ηλικίας τους. Και ο έρωτας πολλές φορές τρελαίνει τον άνθρωπο. Και τον κάνει να ξεχνά. Σπίτι, πατρίδα, ταξίδι, σκοπό, όλα τα ξεχνά ο ερωτευμένος. Βουλιάζει στο νέο του σύμπαν. Σαν το φωτόνιο πηδά σε άλλη στοιβάδα ζωής. Τότε στα μάτια των ανθρώπων που λογικεύουνται και νυστάζουν, στα μάτια δηλαδή των πολλών, ο ερωτευμένος φαντάζει γυρίνος και χοιρίδιο και ιππουρίδα. Σα βαλαντώσει ο έρωτας, μεταμορφώνει κιόλας.

Ταχιά η σχεδία του βίου μας παραπλέει εκείνα τ’ ακρογιάλια και τους μικρούς κάβους. Και ξαφνικά αντικρύζουμε τους Κίκονες. Και λίγο πιο πέρα, στη ροβόλα της θαλασσινής λαγκαδιάς, καρτερούν οι Λαιστρυγόνες. Ονόματα με ήχο αλλοίθωρο και στρεβλό. Όπως στρεβλό είναι και το μπλέξιμο των ανθρώπων με τις κακοτυχιές, τις αρρώστιες, τους σκοτωμούς. Στους Κίκονες και στους Λαιστρυγόνες μας απαντούν και μας παλεύουνε οι δικαστάδες και οι αφορεστάδες, οι ξενιτεμοί, οι χωροφύλακες, τα σανατόρια, οι σπετσιέρηδες και τα γραφεία κηδειών «Ο Μυστράς» και «Ο Λάζαρος». Και ακόμη τούτα τα τέρατα και τα καννιμπαλικά είναι η στέγνια και η ανεβροχιά, οι σιτοδείες και οι σεισμοί. Οι επιληπτικοί σεισμοί που ξεσηκώνουν τα σπίτια να σκοτώνουν τους ανθρώπους που τα χτίσανε.

Μακρυά, ακόμη πιο μακρυά, ξεχωρίζουμε εκείνη την κουκκίδα στου ματιού την άκρη. Εκεί είναι το νησί με τα ιερά ζώα του ήλιου Απόλλωνα. Τρακόσια εξήντα και πέντε γελάδια. Το καθένα και μια μέρα του ήλιου που ζητά να την ζούμε με κλιτότητα και με τάξη.

Γιατί η κάθε μέρα μας δεν είναι αναβλητή, ούτε ανταλλάξιμη. Και δεν γνωρίζει πίσω όταν περάσει. Δεν ημπορούμε να σπαταλάμε το έχει της ανόητα και στο βρόντο. Απαγορεύεται να τα σφάξεις τα γελάδια του ήλιου.

Αύριο βέβαια θα ποντίσουν στο μικρό λιμανάκι του νησιού οι λογής ασεβείς. Καιροσκόποι, νεόπλουτοι, τυμβωρύχοι, κληρονόμοι τεράστιοι που δεν το περίμεναν, οι τυχεροί στο λότο. Και ακόμη οι φιλόδοξοι, οι μωροί, οι αριβίστες, οι κλέφτες. Και όσοι τους πόρεψε η τυφλή τύχη και καζάντισαν χαράμι.

Αυτοί θα τα σφάξουν τα γελάδια του Ήλιου. Θα αδειάσουν την ύπαρξη από το νόημά της. Και θα πεθάνουν χωρίς να ζήσουν. Χωρίς της ζωής τη νοστίμια και χωρίς του καλού τέλους το νόστο.

_________________

Αναδημοσίευση από το φόρουμ HOMA EDUCANDUS
 

Κυριακή 4 Μαΐου 2014

ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ (ΒΑΝΤΙΜ ΝΕΓΚΑΤΟΥΡΟΦ)



ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ (Του δολοφονημένου στον εμφύλιο της Ουκρανίας τον Μάη του '14 στην Οδυσσό, Βαντίμ Νεγκατούροφ)



Θα επιστρέψω στο πατρικό μου σπίτι … Θα επιστρέψω – ναι, αναμφίβολα!
Ακόμη κι αν είναι χειμώνας, εκείνη την μέρα Μάης θα είναι!
Και το γερασμένο σκυλί κάτω από την ανθισμένη πασχαλιά
θα με αναγνωρίσει άξαφνα και θα με χαιρετίσει γαυγίζοντας!
Θα επιστρέψω στο πατρικό μου σπίτι μετά από άχρηστες μάχες θηριώδεις,
μετά από τρέλες βρώμικες, που χορτάσαμε αμαρτία…
Θα επιστρέψω! Πέλαγος τρυφερό με αλμυρό αφρό θα με πλύνει
και η στέπα της ακτής χαμόμηλο θα ψήσει!
Θα σταθώ ενώπιον του Πατρός με αργοπορημένη, μα υγιή ενόραση,
ότι άχρηστη είναι η μάχη για επινοημένη μετοχή της ζωής…
Θα επιστρέψω χωρίς να έχω αξιωθεί τη Σωτηρία και τον Παράδεισο
μα με την ελπίδα ότι θα βρω τη Σωτηρία και τον Παράδεισο…










Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

ΓΙΑ ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)




ΓΙΑ ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ (Απόσπασμα από το "HOMO EDUCANDUS" του Δημήτρη Λιαντίνη)



Αν αναρωτηθεί κανείς τι είναι τώρα που ζει,
τι θα 'ναι όταν πεθάνει, και τι ήταν προτού να γεννηθεί,
αν βουλιάξει στον υδράργυρο αυτής της απορίας
με τη γνώση ή με τη μνήμη πως το αύριο έφτασε κιόλας,
και πως το χθες το πήρε πια μαζί του ο ποταμός της Λήθης
με τα άσπρα κυπαρίσσια στις όχθες του,
αν ακούσει ν' ανεβαίνει στον ύπνο του
από το ουρανοκρέμαστο πηγάδι της αβύσσου
κάποια απόκριση στο ερώτημα,
σαν ηχώ αμετάδοτη και προσωπική,
τότε καλώς ερωτά, και καλώς αποκρίνεται.
Διαφορετικά να μην ερωτά για το μηδέν και το είναι.
Όπως δεν ερωτούν τα οικόσιτα κυνάρια και τα μανιτάρια.



Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

"ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ", στίχος 17 (ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ)




"ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ", στίχος 17 (Του Εμπεδοκλή του Ακραγαντίνου)



"Διπλ' έρρέω∙ τοτέ μέν γάρ έν ηύξήθη μόνον είναι
έκ πλεόνων, τοτέ δ' αύ διέφυ πλέον έξ ενός είναι.
Διοί δέ θνητών γένεσης, δοιή δ' απόλειψις∙
τήν μέν γάρ πάντων σύνοδος τίκτει τ' ολέκει τε,
ή δέ πάλιν διαφυομένων θρεφθείσα διέπτη.
Και ταύτ' αλλάσσοντα διαμπερές ουδαμά λήγει,
άλλοτε μέν φιλότητι συνερχόμεν' είς έν άπαντα,
άλλοτε δ' αύ διχ' έκαστα φορεύμενα νείκεος έχθει.
<ούτως ή μέν έν έκ πλεόνων μεμάθηκε φύεσθαι>
ήδέ πάλιν διαφύοντος ενός πλέον έκτελέθουσι,
τή μέν γίγνονταί τε καί ού σφισιν έμπεδος αίών∙
ή δέ διαλλάσσοντα διαμπερές ούδαμά λήγει,
ταύτη δ' αίέν έασιν ακίνητοι κατά κύκλον."


Για κάτι διπλό θα σας μιλήσω, άλλοτε τα πολλά αυξάνονται σε ένα
κι άλλοτε το ένα σε πολλά διαχωρίζεται.
Διπλή είναι η γέννα των θνητών, διπλή και η απώλειά τους,
από τη μιά όλων η συνένωση τη γέννηση φέρνει μαζί και τη φθορά,
και από την άλλη όταν ολοκληρωθεί φεύγει μακρυά καθώς χωρίζουν.
Κι αυτή η εναλλαγή δεν έχει τελειωμό,
άλλοτε η αγάπη ενώνει τα πράγματα και τα κάνει ένα,
και άλλοτε η αντίθεση τα χωρίζει.
Και όπως από τα πολλά μόνο το ένα φύεται,
από το ένα πάλι που διασπάται πολλά γίνονται.
17. Διπλή ιστορία θα σου πω.
Κάποτε απ' τα πολλά βγήκε το ένα
και μι' άλλη φορά
απ' το ένα τα πολλά.
Διπλή είναι η γέννηση των θνητών,
διπλή και η φθορά τους,
τη μία τη φέρνει και τη χαλάει η σύναξη των πραγμάτων,
την άλλη την θρέφει και τη σταματάει ο χωρισμός τους.
Κι αυτή η εναλλαγή δεν έχει τελειωμό,
άλλοτε η Φιλότητα ενώνει τα πράγματα και τα κάνει ένα,
και άλλοτε το Νείκος τα χωρίζει. - See more at: http://www.filoumenos.com/forum/viewtopic.php?f=102&t=740#sthash.AUFOmNpx.dpufΈτσι όσο έχουν μάθει ένα να γίνονται από τα πολλά,
Έτσι όλα γεννιούνται και υπάρχουν και δεν έχουν σταθερή ζωή∙
κι' όσο η αδιάκοπη αυτή εναλλαγή ποτέ δεν σταματάει,
τόσο αυτά υπάρχουν πάντοτε ακίνητα σε κύκλο.

17. Διπλή ιστορία θα σου πω.
Κάποτε απ' τα πολλά βγήκε το ένα
και μι' άλλη φορά
απ' το ένα τα πολλά.
Διπλή είναι η γέννηση των θνητών,
διπλή και η φθορά τους,
τη μία τη φέρνει και τη χαλάει η σύναξη των πραγμάτων,
την άλλη την θρέφει και τη σταματάει ο χωρισμός τους.
Κι αυτή η εναλλαγή δεν έχει τελειωμό,
άλλοτε η Φιλότητα ενώνει τα πράγματα και τα κάνει ένα,
και άλλοτε το Νείκος τα χωρίζει. - See more at: http://www.filoumenos.com/forum/viewtopic.php?f=102&t=740#sthash.AUFOmNpx.dpuf


Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)



ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ (Απόσπασμα από το "ΓΚΕΜΜΑ" του Δ. Λιαντίνη)



Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Ή για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του.

Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Ή για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova.

Έτσι, από την άποψη της ουσίας ο έρωτας και ο θάνατος δεν είναι απλώς στοιχεία υποβάθρου. Δεν είναι δύο απλές καταθέσεις της ενόργανης ζωής.

Πιο πλατιά, και πιο μακρυά, και πιο βαθιά, ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο πανεπίσκοποι νόμοι ανάμεσα στους οποίους ξεδιπλώνεται η διαλεκτική του σύμπαντος. Το δραστικό προτσές δηλαδή ολόκληρης της ανόργανης και της ενόργανης ύλης. Είναι το Α και το Ω του σύμπαντος κόσμου και του σύμπαντος θεού. Είναι το είναι και το μηδέν του όντος. Τα δύο μισά και αδελφά συστατικά του.

Έξω από τον έρωτα και το θάνατο πρωταρχικό δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Αλλά ούτε είναι και νοητό να υπάρχει. Τα ενενήντα δύο στοιχεία της ύλης εγίνανε, για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο. Και οι τέσσερις θεμελιώδεις δυνάμεις της φύσης, ηλεκτρομαγνητική ασθενής ισχυρή βαρυτική, λειτουργούν για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο.

Όλα τα όντα, τα φαινόμενα, και οι δράσεις του κόσμου είναι εκφράσεις, σαρκώσεις, μερικότητες, συντελεσμοί, εντελέχειες του έρωτα και του θανάτου.

Γι' αυτό ο έρωτας και ο θάνατος είναι αδελφοί και ομοιότητες, είναι συμπληρώματα, και οι δύο όψεις του ίδιου προσώπου. Είναι ο όμορφος Ενδυμίων, ας πούμε. Που άλλοτε ξύπνιος ακουμπάει το κεφάλι του τρυφερά στα στήθη της Σελήνης και την κοιτάει στα μάτια. Και άλλοτε κοιμάται τον ύπνο του νεκρού κάτω από το απέραντα αμίλητο βλέμμα της.




Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

ΕΝΑΣ (ΑΓΝΩΣΤΟΣ) ΠΟΙΗΤΗΣ




ΑΣ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΠΟΙΗΤΗ ΠΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΤΟΥ ΜΟΙΡΑ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΤΕΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΨΥΧΗΣ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗ...


Είναι ο Ηλίας Προκοπίου, ζεί στην όμορφη Σκόπελο και είναι ένας άγνωστος στο ευρύ κοινό ποιητής, γλύπτης και ζωγράφος. Τα καλοκαίρια της ζωής του χάσανε τα λαμπερά τους χρώματα και η ψυχή του μπήκε σε ένα μακρύ φθινόπωρο από τη 1η του Οκτώβρη 2012... Ήταν τότε που έχασε τον 35χρονο γιό του Μιχάλη... Ο Μιχάλης Προκοπίου είναι ένα από τα πολλά άγνωστα θύματα αυτού του ακήρυχτου άδικου πολέμου, που ζούμε όλοι μας... Ήταν πολύ καιρό άνεργος και μήν αντέχοντας την απελπισία του αυτοκτόνησε...


                                                                                            (Γλυπτό έργο του Ηλία Προκοπίου)


Παρακάτω ένα ποίημα γραμμένο από τον πατέρα για τον γιο του, που είναι επίσης "αφιερωμένο και σε όλους όσους και όσες δεν άντεξαν την πίεση της απελπισίας που οι ασκούμενες πολιτικές προκαλούν και προχώρησαν στην ίδια πράξη", όπως λέει ο ίδιος ο ποιητής.


Μιχάλη

Έφυγες
καταμεσής του μελαγχολικού φθινόπωρου,
όπως τα κίτρινα φύλα,
όταν κλείνουν τον κύκλο
της ζωής τους.
.Όμως εσύ ήσουν νέος,
πολύ νέος.
Α ναι,
τώρα το ξέρω,
εσένα
δεν σε νίκησε ο θάνατος,
το καρτέρι
σου το έστησε η ζωή,
αυτή
σε παραμόνευε,
αυτή
ήταν ο διώκτης σου,
αυτή
άπλωνε το χέρι
πάντα,
πριν απ’το δικό σου,
για να πάρει
ότι πήγαινες να πάρεις,
κι’εσύ,
διάβαινες
με μόνη συντροφιά
την αθωότητα σου,
με μόνο σύμμαχο
την ελπίδα,
σε πρόδωσαν και οι δυό.
Τώρα,
δεν είσαι πια εδώ,
η απουσία σου είναι παντού
γιατί υπάρχεις παντού,
ότι αγγίζω το έχεις αγγίξει,
όπου κοιτάζω
έχεις κοιτάξει,
όπου πατώ έχεις πατήσει…
Η ηχώ της φωνής σου
που δεν θα ξανακούσω πια,
ποτέ,
τότε γάργαρη μελωδία,
απαλό μουσικό χάδι
τώρα,
η σιωπή
που συνοδεύει τον θρήνο μoυ,
που ν’άξερα,
πως θ’άταν η τελευταία φορά
που σ’έβλεπα,
να φεύγεις,
που ν’άξερα…..
που ν’άξερα…..
που ν’άξερα…..;



Ο Ηλίας Προκοπίου...



Ο γιός του Μιχάλης το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του...



Και μία μόνο στιγμή από τα μύχια συναισθήματα του ποιητή, όπως εκφράζονται σε έναν του πίνακα...




Εγώ, ένας ποιητής (εύχομαι) από τους πολλούς και άσημους, ΥΠΟΚΛΙΝΟΜΑΙ στο τραγικό μεγαλείο του άγνωστου ποιητή ΗΛΙΑ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ...