Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Η ΝΟΣΤΙΜΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΣΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΤΕΛΟΥΣ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)




Η ΝΟΣΤΙΜΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΣΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

(Ανέκδοτο έργο του Δ. Λιαντίνη)



Όλοι ταξιδεύουμε με το τσούρμο του Οδυσσέα. Το καράβι μας τραβά στους ανοιχτούς ορίζοντες του χρόνου. Σήμερα γλιστράμε πλησίστιοι με το ζέφυρο και με τους ετησίες. Αύριο ένας αιφνίδιος θρακιάς σηκώνεται από τα βουνά και το σύννεφο, και μας κατεβάζει ξυλάρμενους στην κοιλιά της καταιγίδας.
Ταξιδεύουμε στον πλόα του χρόνου με κόντρα τα κύματα και με τους ανέμους πειρατές. Και μπροστά μας καρτεράνε τα τέρατα και τα ξένα. Ο φόβος και οι καλές ελπίδες υφαίνουν το ρούχο της εμπειρίας μας στον αργαλειό του αγνώστου. Μας μαγνητίζει το ανείδωτο, και το ανείδωτο μας απειλεί. Παίζει μαζί μας και γελά το ναι και το όχι.
Θαμπά, πέρα από την αλισάχνη του πέλαγου ξαπλώνεται εκείνο το ακρωτήρι. Οι άνεμοι ταράζουν το πέτρινο σώμα του. Και η γλώσσα της θάλασσας γλείφει τις εξοχές και τα σκληρά άκρα.
Πίσω από το ανάσκελο μπόι του το μακρύ η τρίαινα του Ποσειδώνα αγριαίνει και κατακρούει τον πόντο. Εκεί έχει το νησί της η Κίρκη. Η Κίρκη περιμένει τους ναυτικούς με τα μάγια και τις βαθιές γητειές. Έτσι που περιμένει ο έρωτας τους νέους στη στροφή της ηλικίας τους. Και ο έρωτας πολλές φορές τρελαίνει τον άνθρωπο. Και τον κάνει να ξεχνά. Σπίτι, πατρίδα, ταξίδι, σκοπό, όλα τα ξεχνά ο ερωτευμένος. Βουλιάζει στο νέο του σύμπαν. Σαν το φωτόνιο πηδά σε άλλη στοιβάδα ζωής. Τότε στα μάτια των ανθρώπων που λογικεύουνται και νυστάζουν, στα μάτια δηλαδή των πολλών, ο ερωτευμένος φαντάζει γυρίνος και χοιρίδιο και ιππουρίδα. Σα βαλαντώσει ο έρωτας, μεταμορφώνει κιόλας.
Ταχιά η σχεδία του βίου μας παραπλέει εκείνα τ’ ακρογιάλια και τους μικρούς κάβους. Και ξαφνικά αντικρύζουμε τους Κίκονες. Και λίγο πιο πέρα, στη ροβόλα της θαλασσινής λαγκαδιάς, καρτερούν οι Λαιστρυγόνες. Ονόματα με ήχο αλλοίθωρο και στρεβλό. Όπως στρεβλό είναι και το μπλέξιμο των ανθρώπων με τις κακοτυχιές, τις αρρώστιες, τους σκοτωμούς. Στους Κίκονες και στους Λαιστρυγόνες μας απαντούν και μας παλεύουνε οι δικαστάδες και οι αφορεστάδες, οι ξενιτεμοί, οι χωροφύλακες, τα σανατόρια, οι σπετσιέρηδες και τα γραφεία κηδειών «Ο Μυστράς» και «Ο Λάζαρος». Και ακόμη τούτα τα τέρατα και τα καννιμπαλικά είναι η στέγνια και η ανεβροχιά, οι σιτοδείες και οι σεισμοί. Οι επιληπτικοί σεισμοί που ξεσηκώνουν τα σπίτια να σκοτώνουν τους ανθρώπους που τα χτίσανε.
Μακρυά, ακόμη πιο μακρυά, ξεχωρίζουμε εκείνη την κουκκίδα στου ματιού την άκρη. Εκεί είναι το νησί με τα ιερά ζώα του ήλιου Απόλλωνα. Τρακόσια εξήντα και πέντε γελάδια. Το καθένα και μια μέρα του ήλιου που ζητά να την ζούμε με κλιτότητα και με τάξη.
Γιατί η κάθε μέρα μας δεν είναι αναβλητή, ούτε ανταλλάξιμη. Και δεν γνωρίζει πίσω όταν περάσει. Δεν ημπορούμε να σπαταλάμε το έχει της ανόητα και στο βρόντο. Απαγορεύεται να τα σφάξεις τα γελάδια του ήλιου.
Αύριο βέβαια θα ποντίσουν στο μικρό λιμανάκι του νησιού οι λογής ασεβείς. Καιροσκόποι, νεόπλουτοι, τυμβωρύχοι, κληρονόμοι τεράστιοι που δεν το περίμεναν, οι τυχεροί στο λότο. Και ακόμη οι φιλόδοξοι, οι μωροί, οι αριβίστες, οι κλέφτες. Και όσοι τους πόρεψε η τυφλή τύχη και καζάντισαν χαράμι.
Αυτοί θα τα σφάξουν τα γελάδια του Ήλιου. Θα αδειάσουν την ύπαρξη από το νόημά της. Και θα πεθάνουν χωρίς να ζήσουν. Χωρίς της ζωής τη νοστίμια και χωρίς του καλού τέλους το νόστο.

         
                               Πηγή: http://educandus.forumotion.com/t847-topic


Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

ΘΕΙΑ ΑΥΤΟΘΥΣΙΑ (Ρ. ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ)



ΘΕΙΑ ΑΥΤΟΘΥΣΙΑ (Της Ρίτσας Δρακοπούλου)



Ελλάδα του 1950. Ελλάδα μεταπολεμική, μετεμφυλιακή......
Οι ουλές από τα τραύματα της χώρας πυορροούν κι η μυρουδιά του αίματος διάχυτη στην ατμόσφαιρα.
Χαροκαμένες μάνες, χήρες, αδελφές, ντυμένες στο χρώμα του πένθους.
Τα παιδιά υποσιτισμένα, ντυμένα όπως-όπως με χιλιοφορεμένα ρούχα από δεύτερο και τρίτο χέρι, ξυπόλητα ή φορώντας τρύπια παπούτσια παίζουν με αυτοσχέδια παιχνίδια στις αλάνες ή στους λασπωμένους δρόμους της χώρας. Τρώνε μια φέτα ψωμί με βρεγμένη ζάχαρη ή με αλειμμένο πολτό τομάτας.
Οι δοσίλογοι κι οι μαυραγορίτες λουφάζουν στις κρυψώνες τους μέχρι να αναλάβουν θέσεις και οφίτσια στο κράτος. Τα παιδιά τους τρώνε το ψωμί με βούτυρο ή και θρεψίνη (σταφιδίνη σε μορφή κρέμας).
Οι "φιλεύσπλαχνοι" σύμμαχοι εκδηλώνουν τα ανθρωπιστικά τους αισθήματα με αποστολές δεμάτων: σκόνη γάλα, κίτρινο τυρί, κονσέρβες. Στα σχολεία λειτουργούν συσσίτια για την αντιμετώπιση της ασιτίας και της αβιταμίνωσης. Η σοκολάτα άπιαστο όνειρο στα βουρκωμένα παιδικά μάτια. Η φυματίωση θερίζει και οι ψείρες εγκαταστάθηκαν στα κεφάλια όλων.
Στα παραπήγματα της Τούμπας, στη Θεσσαλονίκη, ζει η κυρία Χαρίκλεια με τα δυο ορφανά του αδελφού της. Τον Θεόφιλο και τη Δέσποινα. Προσφυγοπούλα μετά από τον "συνωστισμό" στη Σμύρνη.Τα ανίψια της έχασαν και τους δυο γονείς στον πόλεμο κι αυτή "έταξε" τη ζωή της στο μεγάλωμά τους. Με εργαλείο μια παλιά ραπτομηχανή Singer τις νύχτες έραβε μανσέτες και γιακάδες σε πουκάμισα για λογαριασμό κάποιας βιοτεχνίας.
Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Δεν χωρούσε άνδρας στη ζωή της μη και κλέψει λίγη αγάπη, λίγη φροντίδα από αυτήν ,που όφειλε στα δύο ορφανά. Ύψωσε τείχη υψηλά και αδιαπέραστα στον έρωτα. Τέτοιο "κακό" να μην την βρει μονολογούσε.
Σε προχωρημένη ηλικία, όταν διάβηκε πια τη δεκαετία των εβδομήντα χρόνων, κρίθηκε απαραίτητη η επίσκεψη της σε γυναικολόγο. Η ανιψιά της η Δέσποινα της εξήγησε τη διαδικασία της εξέτασης κι αυτή μοιρολογούσε νύχτα και μέρα γι αυτό που έμελλε να υποστεί.
Ανέβηκε στη μισητή απ΄όλες τις γυναίκες πολυθρόνα του γυναικολόγου, κάλυψε τα μάτια με το κεφαλομάνδηλο για να μειώσει την ντροπή που την έκανε να σπαρταράει σαν ψάρι στο αγκίστρι ψαρά. Σε δύο μόνο λεπτά ο γυναικολόγος φανερά σοκαρισμένος και έκπληκτος της λέει: Τελειώσαμε δεσποινίς Χαρίκλεια..... Οργίστηκε η γυναίκα με την προσφώνηση. Τι ήταν τούτο το δεσποινίς στα εβδομήντα της? Μη με κοροϊδεύεις γιατρέ, τον απείλησε και κείνος αμύνθηκε στην απειλή με αμυδρό χαμόγελο γεμάτο σεβασμό.
Στο προσκεφάλι της η θεία Χαρίκλεια δεν είχε αισθανθεί ποτέ της την ανάσα του έρωτα. Στο λιγνό κορμί της δεν τυλίχτηκαν ποτέ στιβαρά ανδρικά χέρια, κανείς δεν της ψιθύρησε το σ΄αγαπώ. Τα στήθη της δεν γνώρισαν το χάδι μήτε το θηλασμό μωρού. Τα χείλη της στέγνωσαν χωρίς τη δροσιά ενός ερωτικού φιλιού.Το δέρμα της σαν ξηραμένη λάσπη από την απουσία ερωτικών χυμών. Δεν ένοιωσε στο κρεβάτι της το νωχελικό αποκάρωμα με την αιώνια λειτουργία ζωής και γέννησης. Στέρφα η ζωή της, τάμα στις ψυχές των δύο ορφανών.
Έφυγε πλήρης ημερών σαν ένα λουλούδι που δεν άνθησε ποτέ.
Η θεία Χαρίκλεια. Η Θεία αυτοθυσία........

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

ΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΟΥΝ ΤΟΥΣ ΜΑΧΗΤΕΣ..!



ΜΕ ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΑΝΤΙΟ ΣΤΟΝ ΜΑΧΗΤΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΔΗΜΟ ΤΣΑΚΝΙΑ...


Ο συναγωνιστής του ευρωβουλευτής Μανώλης Γλέζος τον αποχαιρέτησε με τους παρακάτω στίχους...
 
Στο Γυαλιστή το μήνα, στο Στρασβούργο,
ο στερνός αποχαιρετισμός.
Το Νοέμβρη μήνα το μαρτύρησε στις Βρυξέλλες
ο μανδύας της κίτρινης φυλλοστρωμνής.
Θέλησες με τη Νάντια
να ’σαστε μάρτυρες στο νέο μου ξεκίνημα.
Με συντροφεύατε στις υπογραφές.
Κι όταν ανασηκώθηκα και σ’ αντίκρισα
έκλαιγες…
όπως οι γονείς όταν συλλαβίζουν
τα παιδιά τους την αλφαβήτα.
Σφουγγίζεις του συγκλαμού τα δάκρυα,
πλέκεις σε κόμπους οργής
τα δάκρυα του πόνου.
Της χαράς τα δάκρυα τ’ αφήνεις
να λαμπυρίζουν στο φέγγος της ανατολής
ως αντανακλούν τις ουτοπίες,
τα όνειρα, τα οράματα.


Η σύζυγός του, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Νάντια Βαλαβάνη, τον αποχαιρέτισε με συγκινητικά αλλά και ποιητικά λόγια, κλείνοντας το «αντίο» της με το ποίημα «Τελευταίος Σταθμός» του Γιώργου Σεφέρη, λέγοντας χαρακτηριστικά: «ήταν από αυτά που μου ΄δωσες να διαβάσω όταν πρωτοσμίξαμε»...

Δείτε παρακάτω ολόκληρο τον αποχαιρετισμό:

«Αγαπημένε μου Δήμο, πολυαγαπημένε πατέρα των παιδιών μας,
Στο ταξίδι που έφυγες το χωρίς γυρισμό, σε συντροφεύουν σκέψεις και λόγια φίλων και συντρόφων, δικά τους και δικά σου, που ακουστήκαν σήμερα κι εδώ.
Τι λόγια να στείλουμε εμείς οι τρεις μαζί σου συντροφιά για να μη νιώσεις την άβυσσο που άνοιξε ο θάνατος για μας, την απέραντη μοναξιά, την αίσθηση εγκατάλειψης μας;
Θα μπορούσα να σου μιλώ ώρες ατέλειωτες προσπαθώντας έστω και τόσο αργά ν' απαντήσω σε όσα με ρώταγες κι όσα εγώ ήθελα να σου πω και δεν πρόκανα αυτά τα δυόμισυ χρόνια που με περίμενες άγρυπνος να γυρίσω κάθε νύχτα, διψασμένος για δυο λόγια πιο ξεκούραστα απ' τα βιαστικά λόγια της μέρας, κι εγώ τόσο ξοδεμένη, που τα λόγια μου μέσα στη νύχτα πανάκριβα.
Θα μπορούσα να επιχειρήσω να σου πω ό,τι μάζευα και δεν πρόκανα μια ζωή πλήρους απασχόλησης ακόμα και με το καινούργιο εργατικό άδικο, 40 χρόνια παρά κάτι λίγους μήνες που μοιραστήκαμε μαζί. Προνομιούχοι, για τούτα τα 40 χρόνια, τα 26 όπως καλά ξέραμε χρόνος δανεισμένος απ΄ το χάροντα: Μια περίοδος χάριτος, που μας επέτρεψε να συνεχίσουμε να μοιραζόμαστε χαρές και λύπες, όπως όλοι οι άνθρωποι που αγαπιούνται. Που σου επέτρεψε να δεις μεγάλα και ωραίους ανθρώπους τα παιδιά σου, το καθένα με τον τρόπο του. Που επέτρεψε στα παιδιά σου να μη σε ξέρουν μόνο από φωτογραφίες και κουβέντες τρίτων δανεικές, αλλά από ολόδικες τους μνήμες, προσωπικά βιωμένες, ριζωμένες και μοναδικές: Να μη χρειάζεται να λέω εγώ για σένα, αλλά να σε 'χουν ζήσει, τον τρόπο που μας πρόσφερες τη ζωή σου.
Και να μπορούσα όμως όλα τ' ανείπωτα μαζεμένα να σου πω, και να μπορούσες συ να με ακούσεις, πράγματα πια αδύνατα, δε θα μπορούσα να το κάνω εδώ. Όπως σου έγραψε κι ο Θανάσης, «τα εν Δήμω μη εν οίκω».
Γι΄ αυτό και δε μπορώ να σου διαβάσω ούτε το παλιό ερωτικό τραγούδι που έγραψα για σένα στα Καστέλια έναν Αύγουστο ένα τέταρτο του αιώνα πριν, αυτό που διάβαζα δημόσια το 2009 και κοιταζόμασταν, όποτε ήσουνα παρών, κατάματα: Για όλα που μπορούν ανάμεσα μας ν' αρχίσουνε από την αρχή, «μα δίχως τα παλιά μας λάθη», καθώς «η πανσέληνος τον Αύγουστο κρατάει δυο νύχτες».
Γιατί από πολύ νεαρός - χρόνια ακόμα πριν να σε γνωρίσω και να τα μοιραστώ όλα μαζί σου -, ακόμα και στην πιο βαθιά παρανομία, ακόμα και μετά το «χτύπημα» του Φλεβάρη του '74, που έφτασες από ανάγκη να γράφεις, να τυπώνεις και να διακινείς μόνο σου τον «Οδηγητή», χωρίς τους ακριβούς φίλους και συντρόφους που το κάνατε μαζί, κάτω απ' τη μύτη του κόσμου που μαχόσουν, τις νύχτες στον πολύγραφο του «Συνδέσμου Ανωνύμων Εταιρειών» όπου δούλευες τις μέρες, φοιτητής της Νομικής, - και στη συνέχεια μαζί, πριν και ακόμα μετά τα παιδιά μας, πάντα σε μοιραζόμασταν. – Ζούσες κι έζησες δημόσια.
Κι όλοι όσοι μας αγκάλιασαν με την αγάπη τους αυτές τις μέρες, Δήμο, κι όλοι όσοι σε συντροφεύουν σήμερα στο στερνό ταξίδι σου, σύντροφοι και φίλοι και συνεργάτες στη μαχόμενη δικηγορία και στο Εργατικό Δίκαιο μέχρι την τελευταία πνοή σου κι οι σιδηροδρομικοί, που 20 χρόνια τώρα είχαν γίνει οικογένεια σου, κι όλοι όσοι μου είπαν ότι ένιωσαν πως έχασαν το στήριγμα τους, γιατί μπορούσαν όποτε χρειαζόταν βοήθεια για να ξεμπλέξουν οτιδήποτε, να σου τηλεφωνήσουν κατευθείαν, είναι απόδειξη γι' αυτό.
Κι υπήρχε ταυτόχρονα αυτό το παράδοξο, που ο θάνατος σου κάνει αδύνατο ν' ανατραπεί: Όταν οι σύντροφοι για πλάκα ή από γινάτι σε αποκάλεσαν κάποιες ελάχιστες φορές μέσα σε τούτα τα 40 χρόνια «άντρα της Βαλαβάνη», κι όταν σε άκουσα μια και μοναδική φορά να λες λίγες μέρες πριν φύγεις σε ένα σύντροφο χαμογελώντας «εμείς είμαστε πια άντρες των γυναικών μας», μπορούσες να το κάνεις, επειδή ήξερες πως ήμουνα πολύ περισσότερο γυναίκα του άντρα μου. Όπως όταν μεταξύ 1988-1989, τον τελευταίο χρόνο πριν φύγουμε απ' το ΚΚΕ - που Κυριακή πρωί, τη μέρα που μας άφησες, μου είπες «να θυμάσαι πως όπως κι όσο και αν τσακωνόμασταν, ήταν το Κόμμα μας» - φιγούραρες σε κάθε «κλείσιμο» του Χαρίλαου στην Κ.Ε. Κι εγώ αργότερα σου έλεγα γελώντας ότι ο ιστορικός του μέλλοντος, αν κάποτε καταπιαστεί να τα διαβάσει, θ' απορεί ποιος ήταν τέλος πάντων τούτος ο Τσακνιάς, όνομα άγνωστο.
Κι εσύ χαμογελούσες σαν να 'χες αποδεχθεί το μη αυτονόητο: Ότι επίσημα δεν αναγνωρίστηκες ποτέ ούτε καν ως αντιστασιακός, γιατί όρος γι' αυτό στο Σύνδεσμο μας ήταν να σ' έχουν πιάσει ή να σε καταζητεί η Ασφάλεια. Κι εσένα δε σε πιάσανε ούτε σε μάθανε ποτέ. Κι εγώ σου είχα πει γελώντας πως δεν αναγνωρίστηκες ποτέ επειδή ήσουνα ο πιο έξυπνος στην παράνομη δουλειά σε σχέση με όλους εμάς που πιάσανε.
Δε βρέθηκε ιστορικός να σου ζητήσει μια συνέντευξη, έστω γι΄ αυτή την περίοδο ή για το Πολυτεχνείο: Όταν κόντρα σε κάθε κανόνα συνωμοτικότητας και τις οδηγίες της καθοδήγησης, απόλυτα σωστές εφόσον έβγαζες παράνομη εφημερίδα, επί τρεις μέρες βρισκόσουν με τους «απέξω» κι έγραψες στο μυαλό σου και στο χαρτί το δικό σου ρεπορτάζ από πρώτο χέρι. Κι έτσι χάθηκε η δική σου εκδοχή της ιστορίας του παράνομου «Οδηγητή», αυτή του υπεύθυνου, ανεπίστρεπτα. Οι δυο τότε σου σύντροφοι είναι σήμερα εδώ μαζί μας. Ας μη χαθεί ανεπίστρεπτα και η βιωμένη ιστορία η δική τους. Γιατί η ιστορία εκτυλίσσεται ανεξάρτητα, χρειάζεται όμως η καταγραφή της.
Δεν ήσουνα εύκολος άνθρωπος, Δήμο. Έλεγες ό,τι σκεφτόσουν και πάλευες πάντα για αυτό κι έψαχνες βασανιστικά το καθετί, ν' ανακαλύψεις τις κρυμμένες αλήθειες και τις αλληλουχίες που συνδέουν τα επιφαινόμενα με την πραγματικότητα. Πριν λίγους μήνες μου είχες πει να μη συμμετάσχω ποτέ σε κάτι που δε θα μου επιτρέπει να λέω ανοιχτά και να παλεύω τη γνώμη μου, κι αυτό έκανες πάντα ο ίδιος - εξίσου απέναντι σε κομματικές ηγεσίες και καθημερινούς ανθρώπους, που τους θεωρούσες εξίσου σημαντικούς.
Όταν βρεθήκαμε ανένταχτοι εκτός κόμματος, δεν το έβαλες κάτω. Με αφορμή τις διεργασίες που δημιούργησε ο πόλεμος ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, έκανες ό,τι μπορούσες ώστε απ' το μέτωπο που ορθώθηκε ενάντια του, να κατασταλάξει κάτι για το μέλλον. Παρακολούθησα μέσα από σένα όλες τις προσπάθειες, στην αρχή μαζί με το Λέοντα Αυδή, που έφυγε επίσης τόσο άδικα και τόσο νωρίς, και μια χούφτα ανθρώπους, οι περισσότεροι μεταξύ τους αρχικά ούτε καν φιλικοί, απ' όλα τα ρεύματα της ιστορικής Αριστεράς: Πρώτη φορά συναπαντιόταν επιχειρώντας να ξεπεράσουν την παιδική της ανίατη ασθένεια, την απόλυτη αλήθεια του καθενός, τον χωρίς νόημα κατακερματισμό πολύτιμων δυνάμεων κι αξιόλογων ανθρώπων. Κι έζησα μέσα από σένα πώς, μέσα απ' το Χώρο Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς που δημιουργήσατε, μέσα απ' όλες τις αναζητήσεις και τις συγκρούσεις και τους θεμιτούς και κάποτε αθέμιτους συμβιβασμούς, τελικά αναδύθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ. Που από τότε εξελίσσεται συνέχεια - εμβληματικά ως προς το στίχο του Βάρναλη, που η συντακτική σας ομάδα, που έβγαζε την εφημερίδα πλέον από το 1971 στην Ελλάδα, προσθέσατε πλάι στον τίτλο του παράνομου «Οδηγητή»: Ώριμο τέκνο της ανάγκης που η πλειοψηφία της κοινωνίας δεν είχε ακόμα επίγνωση και της οργής που θα ερχόταν να γιγαντώσει το ΣΥΡΙΖΑ λίγα χρόνια αργότερα: Της ανάγκης ενότητας στην πάλη για να πάρει ο εργαζόμενος άνθρωπος την τύχη του στα χέρια του, για να χειραφετηθεί – την ανάγκη ενότητας της αριστεράς, κοινωνικά και πολιτικά, στην πάλη για πολιτική και κοινωνική αλλαγή.
Καθώς δε μπορώ να σου μιλήσω «εν Δήμω» όπως θα 'θελα κι όπως θα σου 'πρεπε, επέτρεψε μου, αγαπημένε, να δανειστώ λόγια ξένα: Αυτά που μου ΄δωσες να διαβάσω όταν πρωτοσμίξαμε, εγώ 20 χρονών κι εσύ 25, εσύ που μέσα απ' αυτά, μέσα απ' τον αγαπημένο σου «Τελευταίο σταθμό», με μύησες στην ποίηση του Σεφέρη. Στο δικό σου «τελευταίο σταθμό», επέτρεψε μου να σε αποχαιρετίσω μέσα από θραύσματα στίχων του, τώρα που
«τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος
ν' αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν' ανοίξεις την καρδιά σου»
Σου υπόσχομαι πως θα παλέψουμε για να μη γίνουμε ποτέ αυτό που αντιπαλεύαμε
«ψυχές από δημόσιες αμαρτίες μαραγκιασμένες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.»
Ξέρω πως πίστευες, αντίθετα με μένα, πως
«Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος∙
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο∙
χείλια και δάκτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους...
Ο άνθρωπος προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι
σαν έρθει ο θέρος.»
Συμφωνούσαμε, όμως, πάντα ότι
«Αλλά τα ξόρκια τ' αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.»
Στις σημερινές συνθήκες μιας κοινωνικής πραγματικότητας, που για αυτήν
«Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙»
Τούτη την ώρα, που είμαστε αναγκασμένοι να προχωρήσουμε μπροστά κι εγώ όπως συνήθως μιλώ πολύ κι εσύ δε βρίσκεσαι πια πουθενά γι΄ αυτό να με μαλώσεις, ούτε για να σου δώσω το κείμενο μου τούτο εδώ για να το κόψεις, κι ενώ «ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας»,
το 'ξερες και το σιγοτραγουδούσες, τις σπάνιες φορές που τραγουδούσες, Δήμο: «Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.»
Για να λάβουν τα όνειρα εκδίκηση.
Κι από την Άρτεμη κι απ' τον Αντώνη και από μένα,
δέξου το τελευταίο αντίο, αγαπημένε μας.»

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΟΤΑΝ ΠΗΡΕ ΤΟ ΝΟΜΠΕΛ.




18-10-1979 ΚΑΙ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΟ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ... ΔΕΙΤΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΤΑ ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΕΙΠΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΤΟΥ ΒΡΑΒΕΙΟΥ:


''......Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλ' αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικοπνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μια Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. —χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρισμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας.
Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος είκοσι πέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μη γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση....''

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

ΣΟΦΑ ΛΟΓΙΑ (Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ)



ΣΟΦΑ ΛΟΓΙΑ (Αποσπάσματα από την "Ασκητική" του Νίκου Καζαντζάκη)



ΔΥΟ ΦΩΝΕΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΠΑΛΕΥΟΥΝ. O νους: «Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο;». Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου. Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ας την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: «Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!»
ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι. Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;
ΝΑΙ, ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ, δεν είναι ο άνθρωπος. Έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της.
ΑΣ ΕΝΩΘΟΥΜΕ, ΑΣ ΠΙΑΣΤΟΥΜΕ ΣΦΙΧΤΑ, ΑΣ ΣΜΙΞΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ, ΑΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!
Ν’ ΑΓΑΠΑΣ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω. Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους. Να ζητάς συντρόφους!
ΝΑ ‘ΣΑΙ ΑΝΗΣΥΧΟΣ, ΑΦΧΑΡΙΣΤΗΤΟΣ, ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΣ ΠΑΝΤΑ. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση.
ΠΟΥ ΠΑΜΕ; ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!
ΣΚΥΒΩ ΚΙ ΑΦΟΥΓΚΡΑΖΟΜΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΟΥΤΗ ΚΡΑΥΓΗ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ ΜΟΥ. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του.
Η ΚΡΑΥΓΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΣΟΥ. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου.
ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΛΕΥΤΕΡΟΣ. ΑΟΡΑΤΑ ΜΥΡΙΑΔΕΣ ΧΕΡΙΑ ΚΡΑΤΟΥΝ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου• όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται• όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου.
ΜΑ ΕΣΥ ΝΑ ΞΕΔΙΑΛΕΓΕΙΣ. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματού σου και ποιος ν’ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα. Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα οδέψει ο ποταμός των απόγονων.
ΌΤΑΝ ΦΟΒΑΣΑΙ, Ο ΦΟΒΟΣ ΔΙΑΚΛΑΔΩΝΕΤΑΙ ΣΕ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΕΣ ΓΕΝΕΕΣ  και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου.Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.
ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΛΥΠΗΣΟΥ ΤΟΥΣ. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε, φωνάζουμε βοήθεια!
ΤΡΕΧΟΥΜΕ. ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΩΣ ΤΡΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε. Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπό μας, μια στιγμή, φωτίζεται. Μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι ευτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Άδη.
Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΜΙΓΕΙ Ο,ΤΙ Ο ΝΟΥΣ ΧΩΡΙΖΕΙ, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.
ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ ΕΥΤΥΧΙΑ; Να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.


Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

ΣΟΦΑ ΛΟΓΙΑ - ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΤΟΥ Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ



Ο Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗ ΠΝΥΚΑ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΔΙ' ΑΥΤΩΝ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ...


Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των...

...Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση...

...Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε...

    (Αποσπάσματα της ομιλίας από την εφημερίδα "ΑΙΩΝ" 13/11/1838)


Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)



Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ (Απόσπασμα από το "ΓΚΕΜΜΑ" του Δημήτρη Λιαντίνη)



Την Τυνδαρίδα Ελένη
την είδα την ευώλενη,
από τη Σπάρτη στο Μυστρά
και στον καιρού τα σείστρα.
Κι ηύρα τον κόσμο σκήτη,
και μ’ ηύρε ο κόσμος ποιητή.

Η Ελένη της Σπάρτης είναι η ανάγνωση του ωραίου. Είναι η βίβλος γενέσεως και η βίβλος μελέτης του κόσμου, της φύσης, και των ανθρώπων.
Εκείνοι που την είδαν και την ακούσανε, και οι άλλοι που την εκάλεσαν και την εψηλαφήσαν, εγέννησαν την κόρη που της μοιάζει. Και με το φιλί που της πήρανε, από τα μεσάνυχτα ως τη χαραυγή, ήπιανε το αθάνατο νερό.
Έτσι την είδε, για παράδειγμα, ο Αλβέρτος Αϊνστάιν. Και καβάλησε την αχτίνα του άστρου, για να χυθεί στο άπειρο. Με ταχύτητα κίνησης εκατό φορές την απόσταση Αθήνας Λονδίνου στο δευτερόλεπτο.
Έτσι την εδάγκωσε μηλόστομη ένα πρωί ο Νεύτων. Και εζύγισε το πολύτιμο φορτίο που έχει. Εμέτρησε την ουράνια έλξη της με τη δύναμη της χρυσής αλυσίδας που δένει τους πλανήτες, τα άστρα, και τους γαλαξίες. Για να στέκουνται στο κενό χορευτικά, και να μη γκρεμίζουνται στο χάος ανηγεμόνευτα.
Έτσι βαθιά στα μάτια την εκοίταξαν ο Ράδερφορντ, ο Λεύκιππος, ο Μπορ. Και μέσα στα σωθικά της ύλης αποκάλυψαν την Ίριδα του πόθου της. Καθώς την αντίκρυ-σαν να πηδάει από τη μία στοιβάδα στην άλλη με τη λυγεράδα των φωτονίων.
Έτσι εχάιδεψε νωχελική και λαλέουσα τη μεταμόρφωση του κορμιού της ο Αναξίμανδρος και ο Δαρβίνος. Το φωτερό της σείσμα μέσα στο σκοτάδι της κοσμικής λήθης τους οδήγησε και εχάραξαν το δρόμο της γένεσης και του θανάτου των όντων. Αποκρυπτογράφησαν το χαμένο χρόνο, και αναστύλωσαν την καταγωγή των ειδών.
Έτσι ο Φρόυντ και ο Σοφοκλής διηύθυναν τη μουσική, τις συμφωνίες, και τις ζυγιές τα όργανα στα όνειρα του ύπνου της. Και τα βαφτίσανε αναστενάρηδες στη θράκα και πυρίχιο χορό, οργασμό του σύμπαντος, και θάνατο και λιβιδώ.
Έτσι αψηλοκοίταξε από μακρυά ο Έβερεστ τα βυζάκια της. Ανθισμένα στη λευκή παγωνιά των κορυφών, και στην πυρή καταλαμπή της θύελλας. Και εμέτρησε με τις πευκοβελόνες το μπόι της γης.
Έτσι ο Φρειδερίκος Νίτσε, στις αρχές του αγνού Ιανουαρίου, απομαγνήτισε την τρέλα της, την προσκυνητή και την πάνσεπτη. Και από τότε ο καημός του πλοηγεί τη γνώση μας στο μεγάλο κινδυνώνα.
Γιατί η Ελένη της Σπάρτης είναι το πρώτο και το μέγα γιατί. Είναι το πότε και το πού, που ξεκινούν από το παντού και το πάντα, και τελειώνουν στο πουθενά και στο ποτέ.
Αυτή με το βελούδο του χεριού της ακραγγίζει το αδυσώπητο πέλμα του πάνθηρα. Όταν ορμάει και διαδίνεται στις σαβάνες με τη βία της σιγής και της φήμης. Όσο να προφτάξει τον ιπτάμενο τρόμο της δορκάδας, και να σπάσει σφοδρά τον τράχηλο της. Και εξαντλημένος ύστερα να σταθεί να τη βλέπει χαυνωμένα, όσο να ξεψυχήσει.
Η Ελένη και η αχόρταγη γνώμη της, με την πεθυμιά που σέρνει ξωπίσω της την ουρά των κομητών και των υδάτων, ανοίγει τη σκοτεινή ενοχή της Κλυταιμνήστρας στο νυχτοπάτη φαλλό, τον κλέφτη. Και δεν ησυχάζει τη λάβρα της, παρά σαν καταπιεί όλες τις θάλασσες του Αισχύλου. Όταν εξαντλήσει το βαθύ χρώμα της πορφύρας στην κόψη του σπαθιού του Ορέστη.
Περνά η Ελένη, και πέρα μακρυά διαβαίνουν οι καταιγίδες της τροπόσφαιρας. Η λάβα των ηφαιστείων της περιλιθώνει το μανδύα των πετρωμάτων της γης. Οι ήρωες και οι πιστοί της εξορύσσουν τα ψήγματα της ανθρώπινης μοίρας από τα σπλάχνα των κρατήρων και τα έγκατα των ανοίξεων.
Και η διχαλωτή αστραπή της σπάζει τα μάτια των ανθρώπων σε χίλια κομμάτια εβένου. Μπροστά στις πύλες της Θήβας και στα Διρκαία ρείθρα.
Αχ! ποιος κορυδαλλός ετραγούδησε την Ελένη με την περιπάθεια του Ρωμαίου στη Βερόνα. Ποιος νηπενθής εθρήνησε την αιτία της με το θρήνο του πρίγκιπα Άμλετ μέσα στο χαντάκι του τάφου. Ποια δρόσος κατασκήνωσε μαζί της στο καμίνι της Ναστάσιας Φιλίπποβνας. Με τη φωτιά σαράντα πήχες ψήλος.
Όποιος την ερώτησε καταμεσής στη ρούγα του χωριού «-Μα ποιος είναι μπροστά μου ο νεκρός;» υποθήκεψε την ύπαρξη του με τη φρικτή της απόκριση: «- Της μάνας σου ο γιος.»
Και όσοι, στα λυχνανάμματα, αγγίξανε την παρυφή του ρούχου της, λίγο πριν ξημερώσει ψιθύρισαν αχνά την ευχή της αρχαίας αποτροπής: «- Ω που να μην είχα γεννηθεί!».
Όλα του λόγου μας, και τα άλλα και τα πολλά, λαλούν ανεκλάλητα την Ελένη. Και λογαριάζουνται λύτρα στη λάμψη της, και λιτρίδια στον ήλιο.
Όλα δηλώνουν τα δέματα και τα δώρα της, και τα αδρά της δοσίματα. Και με δίχως το δράμα της, ουδείς δικαστής θα δυνότανε να δικαιώσει το μηδέν και το δεν, που αδιάκοπα μας δένουν στη δίνη και στο δαρμό του δίκιου τους.
Στα όρη το συνετό φεγγάρι φωτίζει τα σφυρά της. Στους κάμπους πιασμένη χέρι χέρι με την άνοιξη διαβαίνει η προσδοκία της. Στις θάλασσες οι σπασμοί και ο ιχώρας της σπιθίζουν την κόψη των κυμάτων με το μενεξεδένιο ιώδιο του μυχού των μηρών της. Στα δερβένια και στα περάσματα η αλκυονίδα μέρα του χιτώνα της κατασταίνει το χειμώνα ελάχιστο.
Η Ελένη που πλάσανε οι έλληνες καθρεφτίζει την εμορφιά του θεού. Είναι ο νους και ο νόμος της φύσης. Σαρκώνει το δαχτυλικό αποτύπωμα της προέλασης των ωρών. Αντιδονεί το δόνακα της φωνής των φαινομένων. Κάτω εκεί στους καλαμιώνες του ποταμού Ευρώτα, το αγνό σπέρμα του Δία εχύθηκε στην αγνή γαστέρα της Λήδας. Και ο καιρός έφερε στο φως την Ελένη. Καταγγελία και μήνυση της εμορφιάς και της λύπης του κόσμου.
Όλοι την τραγουδούν και όλοι τη συμπαλεύουν. Αλλά ποτέ δε φτάνουν να την τελειώσουν. Ο Όμηρος και ο Στησίχορος, ο Ευριπίδης και ο Πλάτων, ο Γοργίας, ο Γκαίτε και ο Σολωμός.
Όλοι την τραγουδούν και όλοι τη συμπαλεύουν. Κι όλους τους διαλύνει με τη λύρα και με τη λάμψη της. Τον Υάκινθο και τον Ιάλεμο, το Ληναίο και το Λίνο, το Φάνητα και το Φανία, εσένα κι εμένα. Θα μένουμε, όσο μένει. Να τραγουδάμε το τραγούδι της.

Στους δρόμους που γκιζέριζα,
καθώς γιουδαίοι και ατσίγγανοι,
ό,τι έσπερνες εθέριζα,
αβαγιανούς και ρίγανη.
Έστρωνες το κρεβάτι μου
στα χέρια σου και στα σπαθιά,
κι έγερνα εγώ και τ’ άτι μου,
βαθύζωνη κι αλοταριά.



Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

ΛΟΓΙΑ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ '21




EΝΑ ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΠΕΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ '21...



«Είναι θέλημα Θεού. Είναι κοντά μας και βοηθάει, γιατί πολεμάμε για την πίστη μας, για την πατρίδα μας, για τους γέρους γονιούς, για τα αδύνατα παιδιά μας, για την ζωή μας, την λευτεριά μας… Και όταν ο δίκαιος Θεός μας βοηθάει ποιος εχθρός ημπορεί να μας κάνει καλά…;».
(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)…..
«Μάχου υπέρ πίστεως και Πατρίδος…Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον, δια να υψώσωμεν το σημείον, δι’ ου πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν…».
(Αλέξανδρος Υψηλάντης)
«…Έλληνες ποτέ μην ξεχνάτε το χρέος σε Θεό και σε Πατρίδα! Σ’ αυτά τα δύο σας εξορκίζω ή να νικήσουμε ή να πεθάνουμε κάτω από την Σημαία του Χριστού»
(Γρηγόριος – Δικαίος Παπαφλέσσας)
«Όταν σηκώσαμεν την σημαίαν εναντίον της τυραγνίας ξέραμεν ότι είναι πολλοί αυτείνοι και μαχητικοί κι’ έχουν και κανόνια κι’ όλα τα μέσα. Εμείς σε ούλα είμαστε αδύνατοι. Όμως ο Θεός φυλάγει και τους αδύνατους, κι’ αν πεθάνωμεν πεθαίνομεν δια την Πατρίδα μας, δια την Θρησκείαν μας και πολεμούμεν όσο μπορούμε εναντίον της τυραγνίας κι’ ο Θεός βοηθός…».
(Στρατηγός Μακρυγιάννης)
«…Ως Χριστιανός ορθόδοξος και υιός της ημετέρας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ορκίζομαι …να διαμείνω πιστός εις την Θρησκείαν μου και εις την Πατρίδα μου. Ορκίζομαι να χύσω και αυτήν την υστέρα ρανίδα του αίματός μου υπέρ της Θρησκείας και της Πατρίδος μου. Να χύσω το αίμα μου, ίνα νικήσω τους εχθρούς της Θρησκείας μου ή να αποθάνω ως Μάρτυς δια τον Ιησούν Χριστόν…».
(Ο όρκος των Ιερολοχιτών)
«Νέοι, πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ ΠΙΣΤΕΩΣ και έπειτα υπέρ ΠΑΤΡΙΔΟΣ…»
«Ως μία βροχή έπεσεν εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί μας και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση…».
(Θ. Κολοκοτρώνης)
«…Η τυραγνία των Τούρκων – την δοκιμάσαμε τόσα χρόνια – δεν υποφέρονταν πλέον. Και δι’ αυτήνη την τυραγνία, οπού δεν ορίζαμεν ούτε βιόν ούτε τιμή ούτε ζωή (ξέραμεν κι’ ότ’ ήμασταν ολίγοι και χωρίς τα’ αναγκαία του πολέμου) αποφασίσαμεν να σηκώσομεν άρματα εναντίον της τυραγνίας. Είτε θάνατος είτε λευτεριά».
(Ιω. Μακρυγιάννης )
«Ο Έφορος της Ελλάδος Θεός ενέπνευσεν εις τας καρδίας των εχθρών μας άκραν δειλίαν και φόβον. Ελπίζω δε εντός ολίγου, με την βοήθειαν του Τιμίου Σταυρού και των θεοπειθών της πατρίδος ευχών, να σας χαροποιήσω…».
(Ανδρέας Μιαούλης)
«Μία δύναμις με άρπαξε από την λιτανεία πριν φύγουμε από τα Ψαρά για την Χίο. Μία δύναμις θεϊκή με γιγάντωσε…Αυτή η θεία δύναμις μου έδωσε θάρρος δια να φθάσω με το πυρπολικό μου στην Τουρκική Ναυαρχίδα…Οι Τούρκοι ήταν τόσοι ώστε εάν έπτυον επάνω μας θα μας έπνιγαν αναμφιβόλως…Εις το όνομα του Κυρίου φώναξα εκείνη τη στιγμή. Έκανα τον Σταυρό μου και πήδηξα στη βάρκα. Οι φλόγες του πυρπολικού μεταδόθηκαν στην Ναυαρχίδα που τινάχθηκε στον αέρα και παρέσυρε στον θάνατο χιλιάδες Τούρκους…».
(Κωνσταντίνος Κανάρης)
«Έκατσα που εσκαπέτισαν με τα μπαϊράκια τους απεκατέβηκα κάτω. Ήταν μιά εκκλησία εις τον δρόμον, η Παναγία στο Χρυσοβίτσι, και το καθησιό μου ήτο όπου έκλαιγα την Ελλάς… Σίμωσα, έδεσα το άλογό μου σ’ ένα δένδρο, μπήκα μέσα και γονάτισα. Παναγία μου είπα από τα βάθη της καρδιάς μου και τα μάτια μου δάκρυσαν. Παναγία μου βοήθησε και τούτη τη φορά τους Έλληνες να ψυχωθούν. Έκανα το Σταυρό μου, ασπάσθηκα την εικόνα της, βγήκα από το εκκλησάκι, πήδηξα στο άλογό μου και έφυγα. Σε λίγο μπροστά μου ξεπετάγονταν οχτώ αρματωμένοι, ο εξάδελφός μου ο Αντώνης Κολοκοτρώνης και επτά ανήψια του. "Κανείς δεν είναι στην Πιάνα", μου είπε ο Αντώνης. Ούτε στην Αλωνίσταινα. Είναι φευγάτοι. "Ας μη είναι κανείς αποκρίθηκα". Ο τόπος σε λίγο θα γιομίση παλληκάρια… Ο Θεός υπέγραψε την λευτεριά της Ελλάδος και δεν θα πάρη πίσω την υπογραφή του».
(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)
«Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν».
«…Κι’ αν είμαστε ολίγοι…παρηγοριώμαστε μ’ έναν τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε, τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν, κι΄όταν κάνουν αυτείνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν…».
«…Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι’ αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι, όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμε κι’ όλοι μαζί και να μη λέγη ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστή μόνος του και φκειάση, ή χαλάση, να λέγη εγώ, όταν όμως αγωνίζονται πολλοί να φκειάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» κι’ όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φκειάσωμεν χωριόν, να ζήσωμεν όλοι μαζί….».
(Ιω. Μακρυγιάννης)
«Το Ελληνικόν Έθνος, αφ’ ού υπέκυψεν εις τον βάρβαρον και σκληρότατον ζυγόν της Οθωμανικής τυραννίας, υστερήθη όχι μόνον την ελευθερίαν του, αλλά και παν είδος μαθήσεως…και ήτον ενδεχόμενον να εκλείψη διόλου από το Έθνος η Ελληνική γλώσσα, εάν δεν την διέσωζεν η Εκκλησία προς ήν οφείλεται και κατά τούτο ευγνωμοσύνη».
(Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός)
«Μόνον του Ευαγγελίου η διδαχή εμπορεί να σώση την αυτονομίαν του Γένους, όταν μάλιστα κηρύττεται από ποιμένας φίλους της αληθείας και της δικαιοσύνης»
(Αδ. Κοραής)
«…Τούτο παρακαλώ να τους παραγγείλετε να πράττωσιν εις το εξής, παριστάνοντες εις αυτούς, ότι πολεμούν όχι μόνον υπέρ πατρίδος, αλλά και υπέρ πίστεως».
(Αδ. Κοραής προς Γ. Κουντουριώτην, 1824)
«…Μόνη η δικαιοσύνη φέρει την ελευθερίαν, την δύναμιν και την ασφάλειαν. Όπλα χωρίς δικαιωσύνην, γίνονται όπλα ληστών, ζώντων εις καθημερινόν κίνδυνον να στερηθώσι την δύναμιν από άλλους ληστάς, ή και να κολασθώσιν ως λησταί από νόμιμον εξουσίαν. Η ανδρεία χωρίς την δικαιοσύνην είναι ευτελές προτέρημα, η δικαιοσύνη, αν εφυλάσσετο από όλους, ουδέ χρείαν όλως είχε της ανδρείας. Και αυτή του Θεού η παντοδυναμία ήθελ’ είσθε χωρίς όφελος διά τους ανθρώπους,
αν δεν ήτον ενωμένη με την άπειρον δικαιοσύνην του…».
(Αδ, Κοραής προς Οδυσσέα Ανδρούτσον, 1824)
«…Αχ, διά τους οικτιρμούς του Θεού, ο οποίος είναι όλος αγάπη, διά το όνομα της Πατρίδος, η οποία είναι όλη αρετή, ας καθαρίσωμεν την ψυχήν μας, και εις αυτήν την ώραν του κινδύνου, από τον ρύπον της διχονοίας, ας θάψωμεν εις τον τάφον της λησμονησίας τα άγρια και ανόητα πάθη μας, ας πλύνωμεν τας μεμολυσμένας καρδίας εις το ιερόν λουτρόν της αγάπης, ο πατριωτισμός ας λαμπρύνη, εις το εξής τον θολωμένον νουν μας, η ειλικρίνεια ας βασιλεύση εις την καρδίαν μας, η αγάπη κα η σύμπνοια ας προπορεύωνται, ως νεφέλη πυρός, όλων των βουλών μας και όλων των έργων μας».
(Σπ. Τρικούπης)
«Κι’ όσο αγαπώ την πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτας. Ναρθή ένας να μου ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στρέγομαι να μου βγάλη και τα δυό μου μάτια. Ότι αν είμαι στραβός, και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει, αν η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια νάχω, στραβός θανά είμαι. Ότι σ΄αυτείνη θα ζήσω, δεν έχω σκοπό να πάγω αλλού».
(Ιω. Μακρυγιάννης)
«Είναι καιρός…να κρημνίσωμεν από τα νέφη την Ημισέληνον διά να υψώσωμεν το σημείον, δι’ ού πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν και ούτω να εκδικήσωμεν την πατρίδα και την ορθόδοξον ημών πίστιναπό την ασεβή των ασεβών καταφρόνησιν»;
(Αλ. Υψηλάντης)
«…Η ημέρα εκείνη, την οποίαν επιθυμούσαν οι πατέρες μας να την ιδούν, έφθασε και ο Νυμφίος έρχεται…Έφθασεν ο καιρός διά να λάμψη πάλιν ο Σταυρός και να λάβη πάλιν η Ελλάς, η δυστυχής Πατρίς μας, την ελευθερίαν της…».
«Ότι και αν εκάμαμεν, είτε εγώ, είτε οι συνάδελφοί μου, είτε ως εταίροι, είτε ως αγωνισταί, ήτο έμπνευσις και έργον της Θείας Προνοίας, και ουδέν ηθέλομεν πράξει άνευ της εμπνεύσεως ταύτης».
(Άνθιμος Γαζής)
«ΙΔΟΥ ο Θεός μεθ’ ημών, ος επάταξεν έθνη πολλά και απέκτεινε βασιλείς κραταιούς. Ο Παντοκράτωρ Θεός δεν μας αφήνει εις την διάκρισιν του εχθρού. Αλλά είναι σύμμαχός μας, καθώς πολλάκις το είδομεν και άμποτε εις το εξής διά της δυνάμεως του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού και διά της ενεργείας και γενναιότητός σας να αφανισθή ο εχθρός εξ ολοκλήρου…».
(Π. Μαυρομιχάλης προς τον Θ.Κολοκοτρώνη)
«ΧΩΡΙΣ αρετή και θρησκεία δεν σχηματίζεται κοινωνία, ούτε βασίλειον».
(Στρατηγός Μακρυγιάννης)
«Ο Θεός είναι μετά της Ελλάδος και υπέρ της Ελλάδος και αύτη σωθήσεται. Επί ταύτης της πεποιθήσεως αντλώ πάσας μου τας δυνάμεις και πάντας τους πόρους».
(Ι. Καποδίστριας)
«Η Ιστορία και το μέλλον της Ελλάδος στηρίζονται πάνω σε τρεις λέξεις: Θρησκεία, Ελευθερία, Πατρίς».
(Παλαιών Πατρών Γερμανός)
«Εγώ, η φαμίλια μου, τα’ άρματά μου, ότι έχω είναι για την Ελλάδα».
(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)


Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

ΠΩΣ ΕΜΠΝΕΥΣΘΗΚΕ Ο Ο. ΕΛΥΤΗΣ ΤΟ "ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ"



ΕΚΠΛΗΣΣΕΙ Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΜΕ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΠΟΥ ΕΝΕΠΝΕΥΣΑΝ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΤΟ "ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ"... ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ...



«Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημά μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του '48 με '51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί - πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος - δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγύριζαν μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουν, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να υπάρξει.
Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαινα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ' άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.
Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου - η πρώτη ήτανε στην Αλβανία - που έβγαινα από το άτομό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι.
Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να 'χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσαν. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Έλληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.
Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους - και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου 'δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ' αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Άξιον Εστί».


Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)




ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ (Απόσπασμα από το "ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ" του Δημήτρη Λιαντίνη)



Ενός ποιητικού έργου η φιλοσοφική ερμηνεία ση-μαίνει μια προσπάθεια, στην οποία αναγνωρίζεται εξ υπαρχής η εμπλοκή στους αντινομικούς του πνεύματος σχηματισμους.

Το αληθές και το ωραίο αποτελούν πληρώματα ομόλογα και συνεργά στην ενική ολότητα του όντος. Η οντολογική τους όμως αυτοτέλεια επιτρέπει να υψωθούν στη σύνθεση μόνο μετά τη διαλεκτική τους αναμέτρηση. Αναγκαία η ερμηνευτική συσχέτιση φιλοσοφίας και ποίησης πραγματοποιείται σε μια πολεμική ζώνη αμφίπληκτη.

Της παρούσας εργασίας αυτή είναι η την οποία αντιμετωπίζει δυσκολία.

Παρότι φιλοσοφία και ποίηση κατατείνουν σε στόχο κοινό, δηλαδή στην από τον άνθρωπο γνωστική κατάκτηση του όντος, φαίνεται ότι υποπτεύουν η μία την άλλη, στην ανώτερη τουλάχιστον λειτουργική τους σφαίρα.

Η απλοϊκή φιλοσοφία αδιαφορεί κατά κανόνα στις ετεροφυείς αισθητικές παρεισδύσεις. Και η απλοϊκή ποίηση πολλές φορές διδάσκει και γνωμολογεί με ευσχημία σχολαστική. Εφ’ όσον όμως και οι δύο υπηρετούν την ανάγκη του πνεύματος με γνησιότητα και ευθύνη, αποκρούουν σταθερά τη συνάντηση. Το διαλλακτικό «τόσον … όσον» υποτάσσεται στο αμείλικτο «είτε … είτε».

Ότι η φιλοσοφία δεν εξαρκεί στη γνωστική κατάκτηση του όντος καθορίζεται από την ανάγκη, να μένει ανεπιτέλεστος ο αγώνας, που διεξάγεται στο υποκείμενο για τη συμφιλίωση του νοείν και του Είναι.

Ότι και η ποίηση δεν εξαρκεί στη γνωστική κατάκτηση του όντος καθορίζεται από τη φύση του μέσου, με το οποίο επιχειρεί να εκπορθήσει το ον. Διότι το μέσον της ποίησης δεν είναι το νοείν.

Η μεγάλη ποίηση δεν ένοιωσε ποτέ την έλλειψη της φιλοσοφίας. Αλλά και η εναντίωση της φιλοσοφίας προς την ποίηση, που εμφανίζεται στον Ησίοδο και τον Πλάτωνα, στον ι. Αυγουστίνο και τον Kierkergaard, στον Κομφούκιο και το Nietzsche – για να σταθεί κανείς σε παραδείγματα – κατοπτρίζει την βέβαιη υποψία των φιλοσόφων για την κίβδηλη επιχείρηση των ποιητών.

Παρά ταύτα σε μια υψηλότερη περιοχή κατανόησης – την πιο υψηλή – όπου το αληθές και το ωραίο συναιρούνται σε ενότητα αόριστη, για την ανθρώπινη ύπαρξη απειλητική και επικίνδυνη, η φιλοσοφία και η ποίηση συμπλησιάζουν και συνεννοούνται. Ο ποιητικός φιλόσοφος κατανεύει στο φιλοσοφικό ποιητή.

Εφ’ όσον η φιλοσοφία απόφυγε προνοητικά να οδηγήσει σε τέλος τον αγώνα για την κατάκτηση του όντος, απότυχε βέβαια και καθ’ οδόν εχάθηκε. Αλλ’ αφήκε ανοικτή τη δυνατότητα και αλώβητο τον πόθο για το ον. Αυτό συνέβηκε με τους Έλληνες έως την εποχή του Αριστοτέλη. Το φιλοσοφείν εξέλιπε και των φιλοσόφων ο άθλος απόμεινε στην ημιτελή διαδικασία του συντελεσμού. Το νικητήριο τέλος του αγώνα τους δεν επέπρωτο να το χαρούν και να το ιδούν, καθώς ο μυθικός γενάρχης τους ο Ηρακλής δεν πρόφτασε να γιορτάσει την νίκη του τελευταίου άθλου του, αλλά εχάθηκε ενώ τον εκτελούσε.

Η νεώτερη φιλοσοφία διάπραξε το λάθος να εκβιάσει το τέλος του αγώνα για την κατάκτηση του όντος και εξέπεσε στο σύστημα. Το αποτέλεσμα εστάθηκε να κερδίσει κακεκτικό το είδωλο του όντος και να διασπάσει μικρόψυχα την ενιαία της υπόσταση στα μη ικανά τρίμματα των επιστημών.

Το λάθος ήταν τόσο βαρύ, ώστε της φιλοσοφίας ο θάνατος δεν ήταν δυνατό να παραβληθεί διαφορετικά, παρά μόνο με το θάνατο του Θεού (1881 Nietzsche). Αντί δηλαδή για το Είναι, το σώμα, εκέρδισε το είδωλο του Είναι, το πτώμα. Ενωρίτερα ήδη ο Kierkegaard στιγματίζοντας την αισχυντηλή εκτροπή παράβαλε το σύστημα με τη σκέψη, στην οποία έλειπε ο σκεπτόμενος, και στη θεωρητική φιλοσοφία είδε το γιατρό, που μαζί με τον πυρετό εξαφάνισε και τον άρρωστο. Η φράση του Δημόκριτου



νεκρόν ιατρεύειν


εζωντάνεψε στο στόμα του Kierkegaard για να νεκρολογήσει το θνησιμαίο πνεύμα της εποχής του.

Το μεγάλο πρόβλημα που εβασάνισε το Rembrandt στην «Ανατομία» ήταν να δώσει τον τρόπο στο δόκτορα Tulp να κάνει το μάθημά του πάνω σ’ ένα αντικείμενο, το οποίο να είναι ακέραιο. Αλλά στο πτώμα αναγκαία απουσιάζει ο θάνατος και ανατομία δεν ημπορεί να γίνει πάνω στο σώμα. Την δραματική θέση του Rembrandt ώριζε η ανάγκη ν’ αποφύγει, ό,τι ακριβώς εχρειαζόταν.

Το ίδιο τραγικό αδιέξοδο χαρακτηρίζει τη γνήσια ποίηση και τη γνήσια φιλοσοφία. Προκειμένου για τη θεώρηση του όλου η μία έχει μόνο το πτώμα και της είναι αχρηστευμένο, η άλλη έχει μόνο το σώμα και της είναι απαγορευμένο.

Το αποκλειστικό γνώρισμα στην ποίηση του Rilke είναι η αγωνία του να διασώσει στο αντικείμενο που ερευνά ταυτόχρονη την παρουσία της ζωής και του θανάτου στη φυσική αναλογία τους.

Η φιλοσοφία και η ποίηση θεραπεύουν το πνεύμα και κινιούνται αντίστοιχα στις περιοχές του αληθούς και του ωραίου. Η δυσκολία που παρακολουθεί το έργο του ποιητικού φιλόσοφου, συμπίπτει με τη δυσκολία στο έργο του φιλοσοφικού ποιητή.

Την τυπολογική διαφορά των δύο καθορίζει η παραπληρωματική δόμηση των διαφορετικών μεθόδων. Το δευτερεύον στο φιλόσοφο είναι πρωτεύον για τον ποιητή και αντίστροφα.

Η αδυναμία και των δύο να κατακτήσουν το ον ημπορεί να διατυπωθεί αρνητικά και θετικά:

Η φιλοσοφία θα έφθανε στο ον, αν κάτεχε και το καλό. Το καλό αν δεν της απόμενε μόνο, στο ον θα έφθανε κι η ποίηση.

Η ποίηση θα έφθανε στο ον, αν κάτεχε και το αληθές. Το αληθές αν δεν της απόμενε μόνο, στο ον θα έφθανε και η φιλοσοφία.


Παρά τη χρήση και των δύο δυνατοτήτων από τον άνθρωπο, το ον παραμένει ακατάκτητο. Μέσα στο χρόνο (αεί) ισχύει ο απαίσιος λόγος του Αριστοτέλη ( εφ’ ω απαίσιος, διό προφητικός) με τον οποίο καθορίστηκε στον αιώνα η προσπάθεια του ανθρώπου ως αποτυχία:



Το ον το αεί ζητούμενον και αεί απορούμενον.


Η φιλοσοφία κερδίζει διαυγές το είδωλο του όντος. Η ποίηση κερδίζει αόριστο το Είναι του όντος.

Το σύμμικτο αποτέλεσμα οφείλεται στην αναγκαία συζυγία της πληρότητας (διαυγές Είναι) και της έλλειψης (θολόν Είδωλο).

Το σύμμικτο αποτέλεσμα της φιλοσοφίας και της ποίησης σε συνάρτηση με τον ανθρώπινο πόθο για την κατάκτηση του όντος εμφανίζεται μεταμορφωμένο στην αναγκαιότητα του αγαθού. Το αγαθό είναι προϊόν των συγκλινουσών του αληθούς και του ωραίου επί του οντολογικού πεδίου των δυνατοτήτων του ανθρώπου.

Την περιοχή του αγαθού, που ορίζεται μεταξύ των απαρχών της ελπίδας και της απελπισίας ή μεταξύ των απαρχών του δυνατού και του αδύνατου, ονομάζει ο Πίνδαρος «έμπρακτον μαχανάν» και την συνιστά στον άνθρωπο ως τον τελικό σκοπό του πρακτικού του χρέους, καθώς αποτρέπει τούτον από τη θήρευση του θεϊκού βίου.

Στην ίδια περιοχή κινείται και ο ποιητικός κόσμος του Rilke, το ενδοσύμπαν.

Εάν ήταν δυνατό να ευρεθεί ένας τρίτος ανθρώπινος τύπος – ως ζητητής του όντος – επάνω από τους φιλοσόφους και τους ποιητές, που να μεταχειρισθεί το διαυγές μόνο της φιλοσοφίας και το Είναι μόνο της ποίησης, ο ζητητής αυτός θα μας οδηγούσε ασφαλώς στην απόλυτη γνώση. Διότι θα εκινιόταν στη διάσταση της πληρότητας.

Αλλά αυτόν τον τρίτο τύπο απόκλεισε πρώιμα η ανθρωπολογία της προσωκρατικής φιλοσοφίας και όψιμα η σύγχρονη ποίηση.

Ο Ηράκλειτος όρισε το βίο του ανθρώπου ως το θάνατο του θεού και αντίστροφα.

Ο Rilke περιέγραψε τον ανθρώπινο βίο ως την άρρητη θέση του επίπονου Πουθενά, που μεταπίπτει αέναα από το ακήρατο Ελάχιστο στο κενό Πλείστο.

Είναι δυνατό να αναφέρουμε ως ποιητικούς φιλοσόφους – για να σταθεί κανείς σε παραδείγματα – τον Πλάτωνα, τον ι. Αυγουστίνο και τον Bergson, ως φιλοσοφικούς ποιητές τον Αισχύλο, τον Dante και τον Holderin.

Ο Ηράκλειτος και ο Rilke δεν είναι ούτε ποιητικοί φιλόσοφοι, ούτε φιλοσοφικοί ποιητές. Διότι είναι κάτι περισσότερο και από φιλόσοφοι και από ποιητές. Είναι οι εχέφρονες αγωνιστές στην υπηρεσία μιας ανέφικτης δυνατότητας και φέρονται ως άρρητα φαινόμενα ορμής προς τη διάσπαση των ανθρωπίνων ορίων, ενώ τους κυβερνά η ήρεμη συνείδηση, ότι τα ανθρώπινα όρια δεν υπερβαίνονται.

Η δραματική ένταση της «Ανατομίας του δόκτορος Tulp», που στον πίνακα του Rembrandt εμφανίζεται με φύση «μιμητική», σ’ αυτούς, εξ αιτίας του τρόπου ζωής των, έχει φύση «φυτουργική».

Βεβαίως δεν ημπόρεσαν να πραγματοποιήσουν τον τρίτο τύπο ζητητού, αλλά επέτυχαν να κρατήσουν την ζωή τους σε μια νέα διάσταση, ένα σημείο ακριβέστερα (ά – τοπος τόπος), ανάμεσα στο Είναι και το μη – Είναι. Τη διάσταση αυτή την ονομάζουμε το δυνατό Αδύνατο.




Ο ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ...




ΛΙΓΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΠΡΙΝ "ΦΥΓΕΙ", Ο ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, ΣΕ ΔΙΑΛΕΞΗ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΙ, ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ...


Έχω... πάω να αναφερθώ σε μία προσωπική περίπτωση. Έχω μιά μανούλα, γιαγιά ογδόντα έξι χρονών, άγιος άνθρωπος. Έχω μιά γυναίκα, σπουδαία γυναίκα, η γυναίκα μου. Διδάσκει σε ένα από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της Γερμανίας αυτή την εποχή. Κι έχω μιά κορούλα, ένα γαλάζιο βλαστάρι. Διοτίμα, η κόρη μου. Λοιπόν. Σε σχέση μ'αυτό που είπατε. Λέω, σας δίνω ένα δείγμα πώς έχω αναθρέψει το δικό μου παιδί, εντελώς φυσικά και αβίαστα.
Εάν υποθέσουμε ότι εγώ πεθαίνω αυτή τη στιγμή. Με χτυπάει ένας νταμπλάς, ένας, μια ανακοπή που λέτε, ισοηλεκτρική γραμμή στο μόνιτορ. Ούτε (φάρμακα,) ούτε απινιδωτές. τέζα ο γέρος που λέει ο λαός. Πεθαίνω. Κάποιος θα τους πάει την αγγελία την πένθιμη.
Ξέρω πώς θα αντιδράσουνε και θα σας πω. Θα σας το πω με ένα σχήμα δηλαδή. Γιατί ακριβώς έχει μπει στο σωστό δρόμο το παιδί. Θα μου απευθύνουνε μία στροφή. Την ακόλουθη.

Πέθανε ο πατερούλης, έτσι με λέει η κόρη μου. Ο πατερούλης. Θα μου πει:

Εγώ για το χατίρι σου τρεις βάρδιες είχα βάλει.
Είχα τον ήλιο στα βουνά και τον αϊτό στους κάμπους
και το βοριά το δροσερό τον είχα στα καράβια.
Μα ο ήλιος εβασίλεψε κι ο αϊτός αποκοιμήθη
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε.


Κυριαρχημένα αισθήματα, δηλαδή, πειθαρχημένα.
Με οδύνη, με γνώση και με πόνο, αλλά όχι με αφασία συναισθηματική.
Κι εγώ σ’ αυτή τη στροφή, ξέρουν ότι θα απαντούσα με μια άλλη αντιστροφή, την ακόλουθη:
Εδώ είναι ο λαός μας, το λαό μας στεφανώνω, παίρνοντας αφορμή. Ακούστε τι λέει ο λαός μας:

Τρεις αντρειωμένοι εβούλησαν να βγουν από τον Άδη.
Ο ένας το Μάη θέλει να βγει, κι ο άλλος τον Αλωνάρη.
Κι ο Δήμος τ’ αγια – Δημητριού ν’ ανοίξει γιοματάρι.
Μια λυγερή τους άκουσε, γυρεύει να την πάρουν.
- Κόρη, βροντούν τ’ ασήμια σου, το φελλοκάλιγό σου,
και τα χρυσά γιορντάνια σου, θα μας ακούσει ο Χάρος.


Θέλω να πω αυτός είναι ο τρόπος ο σωστός, που ο λαός μας, προτού τον διαφθείρουμε εμείς με τούτα τα αήθη ήθη και με την παιδεία μας κτλ, έτσι δεχότανε τον θάνατο. Και τον πόνο του και τον καημό του τον έκανε αυτά τα ωραία τραγούδια.




Δείτε παρακάτω το σχετικό ντοκουμέντο (κάνοντας "κλικ" στο σύνδεσμο).


ΒΙΝΤΕΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ 



Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΣΟΦΙΑΣ (Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ)


ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΣΟΦΙΑΣ (Του Νίκου Καζαντζάκη, από την "Ασκητική")



ΤΡΕΧΟΥΜΕ. ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΩΣ ΤΡΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε. Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπό μας, μια στιγμή, φωτίζεται. Μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι ευτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Άδη.

Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΜΙΓΕΙ Ο,ΤΙ Ο ΝΟΥΣ ΧΩΡΙΖΕΙ, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.

ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ ΕΥΤΥΧΙΑ; Να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.

ΔΥΟ ΦΩΝΕΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΠΑΛΕΥΟΥΝ. O νους: «Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο;». Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου. Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ας την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: «Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!»

ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι. Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;
ΝΑΙ, ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ, δεν είναι ο άνθρωπος. Έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της.

ΑΣ ΕΝΩΘΟΥΜΕ, ΑΣ ΠΙΑΣΤΟΥΜΕ ΣΦΙΧΤΑ, ΑΣ ΣΜΙΞΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ, ΑΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!
Ν’ ΑΓΑΠΑΣ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω. Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους. Να ζητάς συντρόφους!

ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΝΗΣΥΧΟΣ, ΑΦΧΑΡΙΣΤΗΤΟΣ, ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΣ ΠΑΝΤΑ. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση.

ΠΟΥ ΠΑΜΕ; ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!

ΣΚΥΒΩ ΚΙ ΑΦΟΥΓΚΡΑΖΟΜΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΟΥΤΗ ΚΡΑΥΓΗ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ ΜΟΥ. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του.

Η ΚΡΑΥΓΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΣΟΥ. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου.
ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΛΕΥΤΕΡΟΣ. ΑΟΡΑΤΑ ΜΥΡΙΑΔΕΣ ΧΕΡΙΑ ΚΡΑΤΟΥΝ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου• όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται• όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου.
ΜΑ ΕΣΥ ΝΑ ΞΕΔΙΑΛΕΓΕΙΣ. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματού σου και ποιος ν’ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα. Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα οδέψει ο ποταμός των απόγονων.

ΌΤΑΝ ΦΟΒΑΣΑΙ, Ο ΦΟΒΟΣ ΔΙΑΚΛΑΔΩΝΕΤΑΙ ΣΕ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΕΣ ΓΕΝΕΕΣ  και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.

ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΛΥΠΗΣΟΥ ΤΟΥΣ. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε, φωνάζουμε βοήθεια!




Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (Π. ΣΤΑΘΟΓΙΑΝΝΗΣ)



ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (Του Πάνου Σταθόγιαννη)

 

Ο ποιητής δεν κατανοεί ποτέ τον εαυτό του. Αιφνιδιάζεται περισσότερο και από τον αναγνώστη για το αποτέλεσμα της γραφής του.
Η ποίηση δεν είναι η αισθητική πραγμάτωση στη γλώσσα (με τη βοήθεια διάφορων τεχνικών) μια ιδέας, ενός βιώματος ή ενός συναισθήματος, αλλά η επανανακάλυψη του κόσμου, των πραγμάτων και του ανθρώπου στη αρχετυπική μνήμη – εκεί όπου τα πάντα, ακόμη και τα μελλούμενα, υπάρχουν ως τετελεσμένα και περιμένουν απλώς την τυπική επιβεβαίωσή τους από τον χωροχρόνο.
Με άλλα λόγια η ποίηση είναι ένα άλμα στην ολότητα, την καθολικότητα, το απόλυτο. Και ο αγώνας του ποιητή, ακόμη και πάνω από ένα σημείο στίξης, έχει να κάνει όχι με την προσπάθειά του να αποτυπώσει την ατομικότητά του σε αυτό το «όλον», αλλά, αντίθετα, με την αγωνία του να μην το αλλοιώσει, να μην το παραποιήσει, να μην το τραυματίσει ο υποκειμενισμός του.
Υπό αυτή την έννοια, ο ποιητής δεν γνωρίζει τι γράφει.
Η ιδέα του ποιήματος εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της διαδικασίας της γραφής και όχι ως αρχική της αιτία. Είναι η «ηχώ» τού, μαγικά, δια της γλώσσας (σχεδόν ως ξόρκι), συντελεσμένου. Γι’ αυτό και είναι αδύνατη η κατανόηση της ποίησης (με την έννοια της κατάκτησης από τον νου) από τον αναγνώστη, τον κριτικό, ακόμα και τον ίδιο τον ποιητή. Μόνο με τον «συσχετισμό» και την «κοινωνία» μας μαζί της η ποίηση γίνεται κτήμα μας. Κι εμείς δικό της.
Με άλλα λόγια, η ποίηση δεν είναι ούτε άρνηση ούτε καταβύθιση στην πραγματικότητα. Είναι ένας εναλλακτικός τρόπος βίωσής της, όπου το πρωταρχικό και το εσχατολογικό είναι συνώνυμα.



Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)




Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (Του Δημήτρη Λιαντίνη)

(Απόσπασμα από τα "ΕΛΛΗΝΙΚΑ")



... Δεύτερος όρος είναι η τακτική αναστροφή. Οφείλουμε όχι μόνο να διαβάζουμε τα κείμενα, αλλά να τα διαβάζουμε και σωστά. Δεν κατανοείται ένα λογοτέχνημα ποιότητας με μία μόνο ανάγνωση. Και αν κατανοείται δεν βιώνεται. Δεν αποκαλύπτεται, δηλαδή, η δύναμη και η φεγγοβολή του. Ο ευεργετικός λόγος που κρύβει, και που φυλάει του αναγνώστη.

Από αυτό το γνώρισμα της ποίησης πηγάζει η ανάγκη που μας σπρώχνει στα κείμενα αξίας.

Ύστερα ο τρόπος για να πλησιάσουμε την ποίηση δεν είναι λογοκρατικός. Εάν ειπώ, διαβάζω κάτι για να το εννοήσω, για να το εξηγήσω λογικά, για να του κάνω ανάλυση, ή για να βρω τα ωφέλιμα και τα ευάρεστα στοιχεία του δια μιας, έχω ειπεί κουβέντα ανθρώπου μισοπάλαβου.

Το ποίημα είτε μας μιλάει, είτε δε μας μιλάει, λέει ο Σεφέρης. Μπορεί να το διαβάσεις είκοσι φορές μέσα σε είκοσι μήνες ή σε πέντε χρόνια, και να μην σου ειπεί τίποτα. Και ξαφνικά εκεί που περπατάς στο ακροθαλάσσι για να πάρεις τον αέρα σου, ένας στίχος του χτυπάει ανεπάντεχα την ύπαρξή σου, όπως το ατλάζι του πελάγου σου χτυπάει τα μάτια, και σε φωτίζει ολόκληρο. Την ίδια ακριβώς στιγμή που φωτίζεται και το ποίημα μέσα σου.

Τότε σε πλημμυρίζει η κατάφαση. Αυτό που διαφορετικά το λέμε αισθητική συγκίνηση. Πίσω από το ποίημα νιώθεις την εμορφιά και τη μαγεία. Όπως ακριβώς πίσω από το πέσιμο του μήλου ο Νεύτων ένιωσε τη γήινη έλξη, και από την έκσταση που δοκίμασε υψώθηκε απότομα στην ουράνια μηχανική.

Ο Ελύτης στα νιάτα του έδωκε ένα σουρρεαλιστικό ορισμό στην ποίηση. Η ποίηση, είπε, είναι συνουσία επ' άπειρον. Εάν αυτός ο ορισμός για το γνήσιο ποιητή έχει ισχύ καταλυτικά ακατάλυτη, ο ευαίσθητος αναγνώστης συμμετέχει σ' αυτή τη σφαγή από δεύτερο χέρι. Όσο, να ειπούμε, συμμετείχε ο Πολύδωρος και η Νένα στη φλόγα του Ερωτόκριτου και της Αρετής.

Το συμπέρασμα, με μια πρόταση, είναι πως για να αποκτήσεις οργανικό δεσμό με τη λογοτεχνία μας χρειάζεται συνεχής αναστροφή, που δε γίνεται υπό τύπον αγγαρείας, αλλά πάντα σαν αναψυχή και χαρούμενος κόπος.

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΛΟΙΠΟΝ (Μ.ΣΤΡΙΓΚΟΥ)



ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΛΟΙΠΟΝ... (της Μαρίας Στρίγκου)



Τη βραδιά που πέθανε η Σάρα απ’ τις αναθυμιάσεις του μαγκαλιού στεκόμουν για ώρα μπροστά στην μπαλκονόπορτα. Ψόφο έκανε έξω. Άχνιζα το τζάμι με την ανάσα μου κι έγραφα με το δάχτυλο το όνομά σου. Ύστερα το έσβηνα γρήγορα – γρήγορα ντροπιασμένος.

Ούτε στην πολυκατοικία που έμενα ανάβανε τα καλοριφέρ. Πού λεφτά για κοινόχρηστα, πού λεφτά για τη ΔΕΗ. Στον δεύτερο η οικογένεια πεινούσε «διακριτικά». Και στον τρίτο και οι δυο άνεργοι. Μέρα παρά μέρα δέρνανε τον έρωτά τους με χαστούκια μήπως ζωντανέψει.

Δεν ξέρω γιατί σ’ ερωτεύτηκα πανάθεμά με.

Τόσο διαφορετική από εμένα, τόσο ξένη και τόσο μακρινή. Να δεις, που άμα ξανασυναντηθούμε πάλι για τον «υπεράνθρωπο» του Νίτσε θα μου πεις. Κι εγώ θα παλεύω να τον φτάσω. Μπας και με δεις με άλλα μάτια.

Δίπλα μας πεθαίνουν άνθρωποι αγαπημένη. Μας αλέθει το σύστημα στα αιχμηρά του δόντια, μας ροκανίζει και μας σκορπά, φτύνοντας μακριά αυτά που λέγαμε πως είναι το έχει μας. Αξιοπρέπεια, δικαιώματα, σεβασμός στην ύπαρξη. Καλά είναι τα βιβλία και τα διαβάσματά σου αλλά ρίξε μια ματιά γύρω σου. Τι βλέπεις; Σε ποιο ιδεατό σύμπαν θα μπορούσαμε να κατοικήσουμε αθώοι κι αφελείς τρεφόμενοι μόνο απ’ τη φιλοσοφία;

Στο φούρνο της κυρά Ζωής συναντώ κάθε πρωί ένα γεροντάκι με σβησμένα μάτια. Το μισό της σύνταξης πηγαίνει πια στα φάρμακά του. Ασθματικός, διαβητικός και με πολυνευροπάθεια. Σα να σου λέει ο πρωτομάστορας από ‘κει πάνω το δέκα το καλό! Η χαρά του φαρμακοποιού. Τι να πω στο γεροντάκι, καλημέρα; Το κερνάω κουλούρι Θεσσαλονίκης κι αισθάνομαι μηδενικό ολοστρόγγυλο κι εγώ.

Χριστούγεννα έρχονται και μας σωθήκανε τα θαύματα. Τι να μοιράσω στους ανθρώπους; Πόση μπαγιάτικη χαρά;

Υποταχτήκαμε στη μοίρα του μη αναστρέψιμου και κάναμε μόκο. Εμείς οι νέοι, οι ωραίοι και οι ιδεαλιστές. Οι γενναίοι των δρόμων, η σπορά των αγωνιστών. Περασμένα μεγαλεία μου, πού πάμε; Αν φτάσαμε στις μέρες μας να πεθαίνουν παιδιά απ’ το κρύο κι άλλα να λιποθυμάνε από πείνα, να σκοτώνονται μανάδες και πατεράδες απ’ την απόγνωση και να μαραζώνουν οι παππούδες απ’ το φόβο και την έλλειψη, δεν χωράμε σ’ αυτή τη γη, δεν το καταλαβαίνεις;

Βλέπω αυτούς που επιχειρούν – εγκαίρως – να στολίσουν τα σπίτια τους. Αγωνιούν κι αυτοί, μη νομίζεις. Τι Χριστούγεννα θα κάνω εγώ φέτος έξω απ’ τα μάτια σου; Να ήταν αυτό η μοναδική μου έννοια. Όλα θα ήταν πιο απλά. Κι η τηλεόραση να λέει στη διαπασών για πόρνες επαναστάσεις του συρμού. Να ευλογάνε τα γένια τους αυτοί που κυβερνάνε κι οι άλλοι να κλαυθμηρίζουν δίχως νόημα.

Πεθαίνει ο κόσμος μαλάκες κι εσείς;

Αρπάζω με φόρα τα βιβλία απ’ το ράφι. Κόκκινα των τσιτάτων και των καθοδηγήσεων. Θαλασσιά της ανώτερης συνειδητότητας και της επιστροφής στην ευτυχία. Πράσινα της οικολογίας και της φυσικής ζωής.

Πεθαίνει ο κόσμος μαλάκες κι εμείς;

Τα κουβαλώ στα χέρια μέχρι το δρόμο. Τα στοιβάζω σε σωρό καταμεσής στην άσφαλτο. Ο συνταξιούχος ναυτικός του πρώτου μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι με κοιτά απ’ το στενό του μπαλκόνι. Δεν απορεί. Μονάχα καπνίζει χόρτο και χάνεται.

Από τότε που τον ξέρω. Χρόνια τώρα. Δεν υποφέρεται ο κόσμος των στεριανών μάλλον. Εξευτελιστική σταθερότης!

Του ζητάω φωτιά. Μου πετάει έναν μπλε αναπτήρα. Ευτυχώς δεν περνούν αυτοκίνητα απόψε. Σε σκέφτομαι γαμώτο πολύ ακόμα κι όταν κάνω τρέλες σαν και τώρα. Ξέρω πως δεν θα σου άρεσε καθόλου αυτή η συμπεριφορά. Μοιάζει θλιβερά πρωτόγονη.

Η φωτιά δυναμώνει. Ο γείτονας βάζει δυνατά μουσική.

«Βρέχει φωτιά στη στράτα μου» Σαν την ταινία μου λέει. Σαν την ταινία.

Ταινία γίναμε ρε φίλε. Ασπρόμαυρο μελό της δεκαετίας του ’50 και βάλε. Σιγά – σιγά βγαίνουν κι οι άλλοι στα μπαλκόνια. Στην αρχή απορούν, μετά γελάνε κι ύστερα κατεβαίνουν κάτω. Κουβαλώντας ο καθένας ότι έχει για κάψιμο. Προσφορά στους θεούς μήπως και εξαγνιστούμε. Μια σπασμένη καρέκλα απ’ τον δεύτερο, δυο χαρτόκουτα απ’ τον τρίτο, ένα κάδρο απ’ τον τέταρτο. Η κυρά Κατερίνα που μένει στο ισόγειο μας κερνάει κονιάκ σε γυάλινα ποτηράκια της παλιάς εποχής.

«Να ζεσταθούμε – λέει – να συγχωρέσουμε, να συγχωρεθούμε.»

Καθόμαστε γύρω απ’ τη φωτιά όλοι όσοι κατεβήκαμε στο δρόμο. Κι άλλοι στα μπαλκόνια. Με αναμμένα φώτα ή με κεριά στα χέρια. Κάποιοι κλαίνε. Κάποιοι γελάνε. Κάποιοι αγκαλιάζονται. Σε σκέφτομαι γαμώ το κεφάλι μου. Τι βρήκα κι ερωτεύτηκα σε σένα; Πόσο διαφορετικοί και πόσο ξένοι είμαστε εμείς. Πού να συναντηθούμε;

«Κάνει κρύο απόψε» ακούω μια φωνή δίπλα μου. Τα πόδια μου κόβονται. Απλώνει τα χέρια στη φωτιά να ζεσταθεί. Κι ύστερα μου χαμογελάει.

«Η φωτιά είναι συντροφιά» λέει ξανά η Πέρσα κι ακούω πουλιά να κελαηδούνε στο κεφάλι μου.

«Καλά Χριστούγεννα! Με υγεία!» εύχεται κάποιος απ’ το απέναντι μπαλκόνι. Κι ύστερα κι άλλος κι άλλος. Μείναμε για ώρα να κοιτιόμαστε στα μάτια.

Καλά Χριστούγεννα λοιπόν, με θαύματα καρδιάς και με αγάπη! Συχνά αρκεί!


                                                                               (Από "ΛΟΓΩΝ ΠΑΙΓΝΙΑ", τεύχος 29)





Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

ΤΑ ΜΟΝΑΧΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝΟΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΤΟΧΑΣΤΗ (ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)




ΤΑ ΜΟΝΑΧΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗ

Επιστολή του Δημήτρη Λιαντίνη σε κάποιο φίλο του τα Χριστούγεννα του 1970 από το Μόναχο όπου σπούδαζε.
(Από το βιβλίο του Δημήτρη Αλικάκου: «Λιαντίνης -- Έζησα έρημος και ισχυρός»)





«Munchen 25-12-‘70

Χριστούγεννα και τούτα. Εκτός από τους κατάδικους, όσοι δεν είναι δυό-δυό στο κελλί, και τους μοναχούς, κείνους που δεν ζουν σε κοινόβια, αλλά σε σκήτες, και τους λιγοστούς, πούχουνε τη δική μου τρέλλα, δεν θα τα πέρασε άλλος όπως εγώ. ...
Ούτε μια καλημέρα, ούτε μια ευχή, ούτε ενός ανθρώπου μάτι και γέλιο. Έχω ένα χοντρό κερί στο κηροπήγιο και μέρα νύχτα καίει. Τράβηξα τις κουρτίνες να κλείσω το φως για να μην βλέπουν τα μάτια και κιοτέψει η ψυχή, κι όλες τις ώρες τραμπαλίζομαι στην καρέκλα μου, σκεπάζομαι από γαλάζιους καπνούς και κολυμπάω στον ποταμό της αμίλητης ύπαρξής μου. Μόνο τ’ αυτιά άφησα ασφάλιστα – σαν τον Οδυσσέα – για να φτάνει ως τη σπηλιά μου ο γιορτερός θόρυβος από το μακρυνό βάθος της πολιτείας. Κι έρχονται φευγαλέα μπροστά μου εικόνες από τα πλούσια Γόμμορα και την ακόλαστη Πομπηία, για να μου θυμίζουν τον ξεπεσμένο άνθρωπο, που όμως δεν επιτρέπεται να του φορτώσουμε την ενοχή.
Μόνο το μεσημέρι κουμπώθηκα ως το λαιμό και τράβηξα μια βόλτα στο μεγάλο κήπο της πόλης. Περπάτησα ώρα πολλή απάνου στα χιόνια, αγνάντεψα το ποταμάκι, τις πάπιες, τα περιστεράκια που κρυώνανε και μαλάκωσε λίγο η ψυχή και το παράπονο. Χιόνι… παγωνιά, πλούτος που σε χτυπάει στα μάτια.
Ύστερα ξαναγύρισα στηλώθηκα, σαν φάντασμα, πάλι μπροστά στη λαμπάδα και κυλάνε οι ώρες, είναι κι όλας έντεκα, απάνου στο καλτιρίμι της διαμαρτυρίας, που ποτέ δεν θα ζητήσει ανταμοιβή. Παρ’ όλα τούτα δεν θα πρέπει να λησμονήσω να σου πω ότι είμαι και κομμάτι χαρούμενος. Κάτι κατάλαβα από το θάμα της Άγιας νύχτας. Ίσως περισσότερα απ’ όσα πιστεύω.
Δικός σου
Δημήτρης»


Δείτε παρακάτω το σχετικό βίντεο.

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΛΙΑΝΤΙΝΗ


ΝΑ ΕΝΑΣ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ! (ΕΛΥΤΗΣ)


 

...ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

(Από μιά συνέντευξη στον Γιάννη Φλέσσα, στο «Βήμα της Κυριακής», στις 24 Δεκεμβρίου 1978)



«Οσο περνάν τα χρόνια, τόσο και περισσότερο η δημοσιότητα με τρομάζει. Με απωθεί, θα έλεγα. Ως και τα βιβλία μου, όταν τα βλέπω στη βιτρίνα, αισθάνομαι παράξενα. Τι να με κάνετε, λοιπόν, εμένα; Δεν είμαι καμωμένος για τη βιτρίνα. Πολλοί νομίζουν ότι αυτό είναι έλλειψη φιλοδοξίας. Καθόλου. Απλούστατα, δεν καταλαβαίνω τι σόι φιλοδοξία είναι να είσαι δαχτυλοδειχτούμενος και να σε υποδέχονται με χειροκροτήματα. Εμένα η φιλοδοξία μου είναι να αισθάνομαι τρυπωμένος με τη μορφή βιβλίων στη τσάντα κάποιου νέου ή κάποιας κοπέλας, σε ώρες μοναξιάς. Η μυστική επικοινωνία είναι το παν. Και η διάρκεια.

Ποίηση για μένα είναι πόλεμος προς τον χρόνο και τη φθορά. Κλεισμένος στα πενήντα τετραγωνικά μου, συνεχίζω αυτόν τον πόλεμο. Και άσχετα εντελώς αν βγαίνω νικητής ή όχι, σε μια τέτοιου είδους μάχη, ομολογώ, βρίσκω την ύψιστη ικανοποίηση. Σε μιαν εποχή θριάμβου των ποσοτικών εκτιμήσεων, βλέπω την ποίηση σαν τη μόνη ενδεδειγμένη να διαφυλάξει το ιερό και απαραβίαστο της ανθρώπινης προσωπικότητας».



Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΖΗΤΑ ΝΑ ΝΤΡΑΠΕΙ Η ΕΥΡΩΠΗ ΓΙΑ ΟΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!




Ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΝΟΜΠΕΛΙΣΤΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ GUNTER GRASS, ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΦΤΕΡΟ ΣΑΝ ΜΑΧΑΙΡΙ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟ, ΖΗΤΑ ΝΑ ΝΤΡΑΠΕΙ Η ΕΥΡΩΠΗ ΓΙΑ ΟΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΛΟΓΙΣΘΕΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΗΣ ΠΡΕΠΟΥΝ!



Δείτε παρακάτω στο βίντεο που ακολουθεί το μεταφρασμένο κείμενο και ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλλει (κάνοντας "κλικ" στο σύνδεσμο).


"ΝΤΡΟΠΗ ΣΟΥ ΕΥΡΩΠΗ"