Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΛΟΓΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΛΟΓΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ



ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ

(Τραγούδι της Βασιλικής Νταντά)



Μέσα σε γκρίζα πρωινά
Μες σε δωμάτια φτηνά
Σε ραγισμένες αγκαλιές
Εγώ πετάω τη μοναξιά μου

Σαν ρούχο που ‘χω βαρεθεί
Πάνω στο πάτωμα καρφί
Χτυπάω εσένα μα εκεί
Ματώνει πρώτα η καρδιά μου

Σε ξενοδοχείο, άψυχο και κρύο
Θα αρχίσει ακόμα μία νύχτα, θα τελειώσει
Κι όταν θα ‘μαι με άλλον και θα σε σκέφτομαι εσένα
Θα ‘χω λόγο να θέλω το πρωί να ξημερώσει

Και θα ζω μες στο ψέμα, θα μισώ και εμένα
Που σε άγνωστο σώμα έδωσα μια νύχτα ακόμα
Σ’ ένα ξενοδοχείο, άψυχο μα και κρύο
Όσα κρύα έχει γίνει μακριά σου, η δική μου αδιόρθωτη καρδιά

Μέσα σε όνειρα τρελά
Στο τίποτα, στο πουθενά
Σε βλέμμα ειρωνικά
Εγώ αδειάζω τη ζωή μου

Σαν το ποτήρι, το ποτό
Που θέλω όλο να το πιω
Και να τα σπάσω, να κοπώ
Αίμα να τρέξει απ’ την ψυχή μου

Σε ξενοδοχείο, άψυχο και κρύο
Θα αρχίσει ακόμα μία νύχτα, θα τελειώσει
Κι όταν θα ‘μαι με άλλον και θα σε σκέφτομαι εσένα
Θα ‘χω λόγο να θέλω το πρωί να ξημερώσει

Και θα ζω μες στο ψέμα, θα μισώ και εμένα
Που σε άγνωστο σώμα έδωσα μια νύχτα ακόμα
Σ’ ένα ξενοδοχείο, άψυχο μα και κρύο
Όσα κρύα έχει γίνει μακριά σου, η δική μου αδιόρθωτη καρδιά

Η δική μου αδιόρθωτη καρδιά
Η δική μου αδιόρθωτη καρδιά....



Δείτε το σχετικό βίντεο:

 

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙ (Μάριος Φραγκούλης)




ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙ (Του Μάριου Φραγκούλη)



Στίχοι: Παρασκευάς Καρασούλος
Μουσική: Μάριος Φραγκούλης
Πρώτη εκτέλεση: Μάριος Φραγκούλης

Τον εαυτό του παιδί απ' το χέρι κρατάει
στα ίδια μέρη κι απόψε η ζωή θα τους πάει.
θα περάσουν ξανά απ' της μνήμης τα σπίτια
από θάλασσες άδειες, απ' του φόβου τα δίχτυα.

Θα σταθούνε μαζί και θα δουν να περνάνε
σαν καράβια οι στιγμές που ποτέ δε γερνάνε
και τα πρόσωπα που έγιναν δρόμοι κι αιώνες
και τα όνειρα που έσκαψαν μες στα χρόνια κρυψώνες.

Όταν ήμουν παιδί είχα βρει έναν κήπο
για να κρύβομαι εκεί απ' τη ζωή όταν λείπω
όταν ήμουν παιδί είχα κρύψει έναν ήλιο
να 'χει ο δρόμος μου φως κι η σιωπή μου έναν φίλο.

Τον εαυτό του παιδί απ' το χέρι θα πιάσει
σαν γυαλί μια στιγμή θα ραγίσει, θα σπάσει
θα χωρίσουν μετά κι ο καθένας θα πάει
σ' έναν κόσμο μισό που τους δυο δεν χωράει.

---------------------------------------------------------------------

Lyrics: Paraskefas Karasoulos
Music: Marios Fraykoulis
First version: Marios Fraykoulis

Himself as a child he's holding hands with
Over the same places life will take them tonight.
They'll be passing again by the houses of memory
by empty seas, by the nets of fear.

They'll stand together and see passing by
like rivers the moments that never grow old
and the faces that have turned themselves into streets and centuries
and the dreams that have dug through the years hideouts.

when I was a child I had discovered a garden
So I could hide myself there whenever I'm absent from life
when I was a child I had hidden a sun
So that my way could have light and my silence (could have) a friend.

Himself as a child from the hand will take
Like a glass for one instant he'll crack, he'll break
They'll then separate and each one will go
To a world cut in half where both don't fit.


Δείτε και το σχετικό βίντεο:

 

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ





Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ

(του Κωνσταντίνου Καβάφη, «Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον»)

 


Σάν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεί
ἀόρατος θίασος νά περνᾶ
μέ μουσικές ἐξαίσιες, μέ φωνές –
τήν τύχη σου πού ἐνδίδει πιά, τά ἔργα σου
πού ἀπέτυχαν, τά σχέδια τῆς ζωῆς σου
πού βγῆκαν ὅλα πλάνες, μή ἀνωφέλετα θρηνήσεις.
Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,
ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού φεύγει.
Προ πάντων νά μή γελασθεῖς, μήν πεῖς πως ἦταν
ἕνα ὄνειρο, πώς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου∙
μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μήν καταδεχθεῖς.
Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,
σάν που ταιριάζει σε πού ἀξιώθηκες μιά τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά πρός τό παράθυρο,
κι ἄκουσε μέ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι
με τῶν δειλῶν τά παρακάλια και παράπονα,
ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τούς ἤχους,
τά ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,
κι ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού χάνεις.


Ακούστε παρακάτω τον μεγάλο διανοούμενο τραγουδιστή Leonard Coen, που "έφυγε" πρόσφατα, να τραγουδάει το παραπάνω ποίημα:






Παρακάτω οι στίχοι του ποιήματος στα αγγλικά, στην παραλαγή του τραγουδιού και στο αυθεντικό ποίημα:

Suddenly the night has grown colder. The god of love preparing to depart. Alexandra hoisted on his shoulder, They slip between the sentries of the heart. Upheld by the simplicities of pleasure, They gain the light, they formlessly entwine; And radiant beyond your widest measure They fall among the voices and the wine. It's not a trick, your senses all deceiving, A fitful dream, the morning will exhaust Say goodbye to Alexandra leaving. Then say goodbye to Alexandra lost. Even though she sleeps upon your satin; Even though she wakes you with a kiss. Do not say the moment was imagined; Do not stoop to strategies like this. As someone long prepared for this to happen, Go firmly to the window. Drink it in. Exquisite music. Alexandra laughing. Your firm commitments tangible again. And you who had the honor of her evening, And by the honor had your own restored Say goodbye to Alexandra leaving; Alexandra leaving with her lord. Even though she sleeps upon your satin; Even though she wakes you with a kiss. Do not say the moment was imagined; Do not stoop to strategies like this. As someone long prepared for the occasion; In full command of every plan you wrecked Do not choose a coward's explanation that hides behind the cause and the effect. And you who were bewildered by a meaning; Whose code was broken, crucifix uncrossed Say goodbye to Alexandra leaving. Then say goodbye to Alexandra lost. Say goodbye to Alexandra leaving. Then say goodbye to Alexandra lost.

The poem from C.CAVAFY: The god forsakes Antony When suddenly, at midnight, you hear an invisible procession going by with exquisite music, voices, dont mourn your luck thats failing now, work gone wrong, your plans all proving deceptive—dont mourn them uselessly. As one long prepared, and graced with courage, say goodbye to her, the Alexandria that is leaving. Above all, dont fool yourself, dont say it was a dream, your ears deceived you: dont degrade yourself with empty hopes like these. As one long prepared, and graced with courage, as is right for you who were given this kind of city, go firmly to the window and listen with deep emotion, but not with the whining, the pleas of a coward; listen—your final delectation—to the voices, to the exquisite music of that strange procession, and say goodbye to her, to the Alexandria you are losing. - Constantine P. Cavafy (1911)


Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

ΜΟΥ ΖΗΤΑΣ... (Β. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ)



ΜΟΥ ΖΗΤΑΣ... (Του ΒΑΓΓΕΛΗ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗ)


Την Αρκαδία μου ζητάς,
εκεί που έκανα τα πρώτα μου ξενύχτια·
από κείνα τα χωριά ξεκίνησα
γδυτός κι ελεύθερος.
Το Ερεχθείο μου ζητάς, τον Παρθενώνα
εκεί που έμαθα τη γλώσσα μου,
αυτά που με ιδρώτα εχτισα και αίμα, ελεύθερος ή σκλάβος.
Την Ολυμπία μου ζητάς
εκεί που στεφανώθηκα σε αγώνα έντιμο και τίμιο
κι οι ιαχές ακούστηκαν ως τη γλυκειά πατρίδα.
Το Μεσολόγγι μου ζητάς,
να προδώσω αυτούς που τη ζωή τους ξόδεψαν
στην έξοδο απ’ τό θάνατο προς την ελευθερία.
Την Πίνδο μου ζητάς
εκεί που περπατήσαν στης αντίστασης τα χνάρια
γενναίες ηπειρώτισσες, αντάρτες παλληκάρια.
Τα πάντα μου ζητάς·
δέ θα σου δώσω τίποτα
και με τις αλυσίδες που κρατάς να με αλυσοδέσεις
θα σε κρεμάσω απ’ τόν ιστό της σβάστικας που έστησες
στης Τεγέας την ακρόπολη.



Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ (Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ)



ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ (Του Κωνσταντίνου Καβάφη)



-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και...
δεν νομοθετούνε;

-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες•
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια•
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα•
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.

-Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα•
κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.

-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ' η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.


Δείτε το παρακάτω σχετικό βίντεο.

 

Σάββατο 9 Μαΐου 2015

ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ (Γ.ΡΙΤΣΟΣ)




ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ (Του Γιάννη Ρίτσου)



Κείνος ο περβολάρης. Το τραγούδι απόμακρα, πάνου απ' τις σκηνές. Σπιθίζει η θάλασσα. Μέσα στα δίχτυα σπαρταρούν τα ψάρια, αστράφτουν. Ο άγιος μόχτος. Είναι μια δυνατή σιωπή μέσα στο βράδυ. Αντίκρυ ανάψανε τα φώτα. Ρίχνουμε και μείς τα δίχτυα της ψυχής μας μέσα στον ουρανό, μέσα στη θάλασσα, μέσα στον κόσμο. Να πιάσουμε ένα αστέρι, μια φωνή, κάποιο τραγούδι. Κάτι να δώσουμε και μείς, κάτι να πάρουμε. Ο φάκελος της μέρας κολλημένος. Μια απλή διεύθυνση: Στους ανθρώπους. Όχι. Στ' αδέρφια μας. Θα ξεδιπλώσουν τη θάλασσα. Θα διαβάσουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Χαμογελάνε. Ένα χαμόγελο δικό μας.



Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΖΩΗ... (Ν.ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ)



ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΖΩΗ... (Του Νίκου Καζαντζάκη)



Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος. Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι΄ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.
Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:
ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία
και ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.
Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.
Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα, ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.
Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ΄ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ΄ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

ΨΥΧΗ (Χ. ΓΚΙΜΠΡΑΝ)



ΨΥΧΗ (Του Χαλίλ Γκιμπράν)

 

Και ο Θεός δημιούργησε την ψυχή, πλάθοντάς την με ομορφιά. Της έδωσε την απαλότητα της πρωινής αύρας, το άρωμα των λουλουδιών, την ομορφιά του σεληνόφωτος.
Της έδωσε επίσης ένα ποτήρι χαράς και της είπε:
«Δε θα πιείς από αυτό το ποτήρι παρά μόνο όταν ξεχάσεις το παρελθόν και αποκηρύξεις το μέλλον».
Της έδωσε επίσης ένα ποτήρι θλίψης, λέγοντας:
«Πιές για να καταλάβεις το νόημα της χαράς».
Μετά ο Θεός έδωσε στην ψυχή αγάπη που θα χανόταν με τον πρώτο στεναγμό ικανοποίησης , και γλυκύτητα που θα χανόταν με την πρώτη λέξη αλαζονείας. Και έκανε ένα ουράνιο σημείο για να την οδηγεί στο δρόμο της αλήθειας.
Έβαλε στα βάθη της ένα μάτι που βλέπει το αόρατο. Δημιούργησε μέσα της μια φαντασία που κυλά σαν ποτάμι με φαντάσματα και κινούμενες μορφές. Την έντυσε με ενδύματα λαχτάρας υφασμένα από τους αγγέλους από το ουράνιο τόξο.
Κι' έβαλε επίσης μέσα της το σκοτάδι της σύγχυσης, που είναι η σκιά του φωτός. Και πήρε ο Θεός φωτιά από το καμίνι του θυμού, άνεμο που φυσά από την έρημο της άγνοιας, μάζεψε άμμο από την όχθη του εγωισμού, και σκόνη κάτω από τα πόδια των αιώνων.
Έτσι έφτιαξε τον άνθρωπο. Κι' έδωσε στον άνθρωπο δύναμη τυφλή που γίνεται φλόγα σε στιγμές τρελού πάθους και κοπάζει μπροστά στην επιθυμία. Του έδωσε ο Θεός ζωή που είναι η σκιά του θανάτου.
Και ο Θεός χαμογέλασε και έκλαψε, κι' ένιωσε μια αγάπη που δεν έχει όρια ούτε τέλος. Κι έτσι ένωσε τον άνθρωπο με την ψυχή του...


Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

ΑΔΙΕΞΟΔΟΣ ΘΡΗΝΟΣ - DEADLOCK'S WAILING (Χ. ΒΕΛΗΣΣΑΡΙΟΥ)




ΑΔΙΕΞΟΔΟΣ ΘΡΗΝΟΣ - DEADLOCK'S WAILING (Της Χρύσας Βελησσαρίου)



(Για τις εκατοντάδες των πνιγμένων-και ακόμη-προσφύγων που προσπαθούν να διασχίσουν τη Μεσόγειο Θάλασσα καταφεύγοντας για ασφάλεια στην Ευρώπη. Για αυτούς που δεν πνίγονται αρχίζει ένα άλλο μαρτύριο. Από το 2003, που άρχισε να εφαρμόζεται ο ευρωπαϊκός Κανονισμός 343/2003, που πολιτογραφήθηκε ως ΔΟΥΒΛΙΝΟ ΙΙ, η Ελλάδα, αλλά κι η Ιταλία, μετατράπηκε σε μια τεράστια ανοιχτή φυλακή για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, οι οποίοι εγκλωβίζονται στη χώρα μας. Οι Διευθύνσεις Αλλοδαπών δίνουν πολιτικό άσυλο με το σταγονόμετρο, ενώ σύμφωνα με το ΔΟΥΒΛΙΝΟ ΙΙ οι μετανάστες που εισήλθαν παράνομα στην Ελλάδα και συλλαμβάνονται στη συνέχεια σε άλλη χώρα της ΕΕ επαναπροωθούνται στην Ελλάδα, η οποία είναι υποχρεωμένη να τους δεχτεί. Έτσι, εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες και πρόσφυγες συσσωρεύονται στη χώρα μας, επιβιώνοντας στις γνωστές άθλιες συνθήκες.)

Ο νους μου σκοτίζεται
κι η καρδιά μου αιμορραγεί.
Δε θέλω να μιλώ, μόνο
τα μάτια μου απ'τις κόχες να βγουν
μ' ό,τι αντικρίζουν,
όντας σ' απόγνωση'
κι η πληγή στο στόμα μου ζέχνει,
μονολογώ σα μαγνητοταινία:
"Εγκλήματα-
εγκλήματα-
εγκλήματα-
ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ!"
Με τα νύχια γδέρνω το πρόσωπο
και ξεριζώνω τα μαλλιά,
θρηνώ αρχαιοπρεπώς,
οφείλω να θρηνήσω
για εκείνους, που τρέφουν
τα σαρκοφάγα κοράλλια στην πύλη του χρόνου,
παίρνοντας τη θέση της αποδεκατισμένης φυλής μου,
που ξεβράστηκε σ' αφιλόξενες ακτές,
πριν έναν αιώνα,
γι' αμέτρητους αιώνες,
κυνηγημένη και σφαγιαζόμενη,
όλοι εμείς εδώ, γύρω απ' τη γούβα
στη Μέση της Γης, τη γεμάτη αίμα'
μα πιο πολύ για τη νεότητα,
για τα βρέφη, που θυσιάζονται ακόμα
στους αεί καπνίζοντες τσίκνα
βωμούς του θεού Μολώχ,
με την πρόφαση της αθανασίας...
Πάντα η ίδια σαπίλα,
πάντα οι ίδιες εμμονές κυριαρχίας
βρικολάκων, που μένονται
το ανθρώπινο γένος,
αφηνιασμένων απ' την ψευδαίσθηση
της ευδαιμονίας,
μεθυσμένων με κοχλάζον αίμα
σε ανίερα συμπόσια,
ανικανοποίητων, ακόρεστων
ανθρωποφάγων σχιζοφρενών.
Τι άλλο να κάνει κανείς,
δεμένος χειροπόδαρα,
παρά να τσιρίζει άπελπις
μαζί με τους πνιγμένους...;


DEADLOCK'S WAILING (Chr. Velissariou)
 

(Τo the hundreds of drowned -and still- refugees who are trying to cross the Mediterranian Sea resorting for safety to Europe.for the ones of them who survive starts then another martyrdom.Since 2003 the European Regulation 343/2003 took effect , was naturalized as Dublin II and Greece ( as also Italy) was turned into a giant open prison for migrants and refugees, who are trapped in our country. The Immigration Directorates give political asylum to very few, while according to the Dublin II, immigrants who entered illegally Greece and are arrested then in another EU country, are sent back to Greece, which is obliged to accept them. Thus, hundreds of thousands of migrants and refugees accumulate in our country, surviving in squalid conditions since it is impossible for us as a small and poor country to feed and host them all or give them work to earn their living.)

My mind clouds
and my heart bleeds.
I do not want to speak, only
my eyes are thrown out from their sockets
with what they see,
being in despair '
and the wound in my mouth festers
I soliloquize like to a tape:
"Crimes -
crimes -
crimes -
CRIMES!"
I hurt my face with my nails
and I uproo my hair,
I mourn archaically,
It is my duty to grieve
for those who are nourishing
the carnivorous corals at the gate of the time,
taking the place of my decimated race,
which was washed up in inhospitable shores,
a century ago,
for countless centuries,
chased and slaughtered,
all of us here, around this pit
in the " Middle of the Terrains ", which is filled with blood'
but most for all the youth,
for the infants, who are still sacrificed
on the eternally smelling burnt flesh
altars of the god Moloch,
under the pretext of immortality ...
Always the same rottenness,
always the same obsessions of sovereignty
of the vampires, who are fed from
the human race,
the runaway ones into the illusion
of bliss,
the intoxicated ones by bubbling blood
in unholy symposia,
those unsatisfied, unsaturated
cannibalistic schizophrenics ones.
What else can a simple man do,
since tied hand and foot,
than scream in hopelessness
together with the ones who are drowning...?

Τρίτη 14 Απριλίου 2015

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ (Ν. ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ)




ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ (Του Νίκου Χουλιαρά)



Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.


Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ (ΓΚΙΝΤΕΡ ΓΚΡΑΣ - NOBEL 1999)



Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ 

(Του ΓΚΙΝΤΕΡ ΓΚΡΑΣ, Γερμανού συγγραφέα και ποιητή, που είχε ταχθεί με το μέρος της Ελλάδας των μνημονίων και πέθανε σήμερα σε ηλικία 87 ετών)



Είσαι ένα βήμα πριν το χάος, μια και δεν ανταποκρίθηκες στις αγορές,
είσαι μακριά απ’ τη χώρα, που κάποτε σου δάνεισε το λίκνο.
 
Ό,τι με την ψυχή ζητούσες και νόμιζες πως είχες βρει
τώρα το εξοβελίζεις, για σκουπίδι το περνάς.

Ολόγυμνη σαν οφειλέτης διαπομπεύεται, υποφέρει η χώρα εκείνη
που έλεγες και ξανάλεγες πως χάρη της χρωστάς.

Στη φτώχια καταδικασμένος τόπος, τόπος που ο πλούτος του
στολίζει τώρα τα μουσεία: λάφυρα που φυλάς Εσύ.

Κείνοι που χίμηξαν με τα όπλα στη χώρα την ευλογημένη με νησιά
στολή φορούσαν κι είχαν τον Χέλντερλιν κρυμμένο στο γυλιό.

Καμιά ανοχή πια γι’ αυτή τη χώρα, κι ας ανεχόσουν κάποτε
σαν σύμμαχους στο σβέρκο της τους κολονέλους.

Χώρα που ζει πια δίχως δίκιο, με τη δύναμη αυτών που έχουν πάντα δίκιο
να της σφίγγει κάθε μέρα το ζωνάρι πιο σφιχτά.

Κι όμως απείθαρχη η Αντιγόνη μαυροφορεί, σ’ όλη τη χώρα
πενθοφορεί ο λαός της που κάποτε σε είχε φιλέψει, σε είχε δεχθεί.

Μα η κουστωδία του Κροίσου έχει στοιβάξει έξω απ’ τη χώρα,
στα δικά σου θησαυροφυλάκια, τα αστραφτερά μαλάματα.

Πιες, επιτέλους, πιες, αναβοούν των επιτρόπων οι χειροκροτητές,
μα ο Σωκράτης οργίλος σου γυρνά γεμάτο πίσω το ποτήρι.

Εν χορώ θα ρίξουν οι θεοί κατάρα σ’ ότι σου ανήκει,
μια κι είναι βούλησή σου τον Όλυμπό τους να πουλήσεις .

Ανούσια πια θα μαραζώσεις δίχως τη χώρα,
που το δικό της πνεύμα σε επινόησε, Ευρώπη.


                                                                         (απόδοση στα ελληνικά: Σπύρος Μοσκόβου)


Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

ΔΙΑΒΑΤΗ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ... (A. MACHADO)



ΔΙΑΒΑΤΗ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ... (του ANTONIO MACHADO)



Όλα περνούν κι όλα μένουν,
αλλά δικό μας είναι το να περνάμε
να περνάμε κάνοντας δρόμους,
δρόμους πάνω στη θάλασσα.
Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα,
ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη
των ανθρώπων το τραγούδι μου.
Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους,
τους αβαρείς και αβρούς,
σαν σαπουνόφουσκες.
Μ’ αρέσει να τους βλέπω να ζωγραφίζονται
από ήλιο και πορφύρα, να πετάνε
κάτω από το γαλανό ουρανό, να πάλλουν
κι αμέσως να σπάνε…
Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα…
Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι
μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο
Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,
ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας…
Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος
και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω
φαίνεται το μονοπάτι
που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις.
Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος
μόνο απόνερα στη θάλασσα.
Πριν λίγο καιρό σ’ αυτό τον τόπο
όπου τα δάση ντύνονται με αγκάθια
ακούστηκε η φωνή ενός ποιητή να κραυγάζει.
"Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,
γίνεται δρόμος βαδίζοντας..."
Χτύπο το χτύπο στίχο το στίχο.
Πέθανε ο ποιητής μακριά από τον τόπο του.
Τον σκεπάζει η σκόνη μια γείτονας χώρας.
Μακραίνοντας τον είδαν να κλαίει:
"Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος
γίνεται δρόμος βαδίζοντας…"
Χτύπο το χτύπο στίχο το στίχο.
Όταν ο σπίνος δεν μπορεί να κελαηδήσει,
όταν ο ποιητής είναι ένας περιπλανώμενος,
όταν σε τίποτα δεν μας βοηθάει η προσευχή.
Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος
γίνεται δρόμος βαδίζοντας.
Χτύπο το χτύπο, στίχο το στίχο.
Χτύπο το χτύπο, στίχο το στίχο.
Χτύπο το χτύπο, στίχο το στίχο.


MONO (K. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ)



ΜΟΝΟ (Του Κώστα Καρυωτάκη, "Νηπενθή"-1921)

 

Αχ, όλα έπρεπε να 'ρθουν καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.


'Ετσι, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι.
Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκι
ν' αφήσω κάποιο δείλι.

Τα ωραία κι απλά κορίτσια - ω, αγαπούλες! -
η ζωή να μου τα πάρει, χορού γύρος.
Ακόμη ο πόνος, άλλοτε που ευώδα,
να με βαραίνει στείρος.

Όλα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να 'ναι,
να παίζουνε τ' αστέρια εκεί σαν μάτια
και σα να μου γελάνε.


Δείτε το παρακάτω σχετικό βίντεο.
 



Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ (ΕΝΑ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙ)


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ (Ανώνυμου φυλακισμένου παιδιού στην Αυλώνα)


Κάθε που έρχονται Χριστούγεννα,
η πόλη ζει με γοργούς ρυθμούς,
γεμίζει φώτα, μουσικές, καμπάνες γιορτινές, χαρούμενες φωνές.
Οι άνθρωποι κουρνιάζουν σε ζεστές αγκαλιές, χαρίζουν φιλιά αγάπης, δώρα.
Νοιώθουν τη γλύκα της γιορτής κάτω από έλατα χιονισμένα
Με λαμπιόνια και στολίδια φορτωμένα.
Κι εγώ είμαι εδώ!
Κρυμμένος μέσα απός σιδεριές και αμπάρες και έχω μέσα μου θυμό
Και θέλω να ξεσπάσω ,να ξεδιπλωθώ πάνω στο χαρτί, να πάψω να τρέμω,
Να πονώ, να πολεμάω για το θάνατο μήπως δεν προλάβω τη ζωή!
Όμως, εγώ είμαι εδώ!
Κουβάρι από τη λύπη, η ανάσα μου πικρή από τον καπνό κι η ψυχή μου άδεια από ελπίδα!
Απόμεινα γυμνός με χέρια απλωμένα να ζητιανεύω μάνας χάδι,
Πατρίδας στήριγμα, φίλου συντροφιά.
Κι απόψε είμαι πάλι εδώ!
Ξένος, δίχως τίποτα δικό μου, ζωντανός νεκρός,
Θαμμένος μέσα σε μια φυλακή. Ανώνυμος, στιγματισμένος, βουβός,
Με τη ράχη μου σκυμμένη και τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα.
Μόνο το μυαλό μου δε νίκησε κανείς!
Η ελευθερία είναι μέσα μου
Και μπρος μου ανοιχτή μια πόρτα στο φως !


Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Η ΖΩΗ... (M. KUNDERA)



Η ΖΩΗ... (Του Milan Kundera)



Η ανθρώπινη ζωή είναι μια φορά μονάχα, και δεν θα μπορέσουμε ποτέ να εξακριβώσουμε ποια ήταν η καλή ή η κακή απόφαση, γιατί, σε κάθε περίσταση, δεν μπορούμε ν’ αποφασίσουμε παρά μια φορά μόνον. Δεν μας έχει δοθεί μια δεύτερη, μια τρίτη, μια τέταρτη ζωή για να μπορούμε να συγκρίνουμε διαφορετικές αποφάσεις..
Αν η ιστορία μπορούσε να επαναληφθεί, θα ήταν οπωσδήποτε ενδιαφέρον να δοκιμάζει κανείς κάθε φορά την άλλη πιθανότητα και να συγκρίνει έπειτα τα δύο αποτελέσματα. Καθώς, όμως, η εμπειρία αυτή δεν υπάρχει, όλοι οι συλλογισμοί δεν είναι παρά ένα παιχνίδι υποθέσεως..
….Η ιστορία είναι το ίδιο ελαφριά όσο και η ζωή του ατόμου, αβάσταχτα ελαφριά, ελαφριά σαν ένα πούπουλο, σαν ένας κόκκος σκόνης που πετάει, σαν ένα πράγμα που αύριο θα εξαφανιστεί.

   (Απόσπασμα από το "Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα Του Είναι")


Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΓΟΝΙΟΣ..! (Ε. ΠΕΡΠΙΝΙΑ)


 

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΓΟΝΙΟΣ..! (Της Εύχαρις Περπινιά)



Αρχές Δεκέμβρη, όταν ήμουν 5 χρονών, μας πήραν οι γονείς μου, μαζί με την αδελφή μου, να πάμε βόλτα στη μόλις στολισμένη Αθήνα. Περνώντας μπροστά από ένα πολύ γνωστό κατάστημα παιχνιδιών, κυριολεκτικά κόλλησα στη βιτρίνα κι έμεινα αποσβολωμένη μπροστά σε ένα κουκλόσπιτο.
Χωρίς να ζητήσω τίποτα, χωρίς να μου πουν κάτι, την άλλη μέρα πήγε ο μπαμπάς μου και ρώτησε την τιμή του. Το κόστος του ήταν ο μισός μισθός του.
Μη μπορώντας φυσικά, ούτε καν να σκεφτεί να το αγοράσει, αποφάσισε να μας το φτιάξει ο ίδιος. Έπιαναν τα χέρια του και το' λεγε η καρδιά του! Κι είχε και τη βοηθό, τη μαμά μου, πανταχού παρούσα!
Αυτό το σπιτάκι, μας περίμενε κάτω απ το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, φωτισμένο, στολισμένο, διακοσμημένο με επιπλάκια, και κατοικημένο από μικρές κουκλίτσες! Και μας συνοδεύει όλη τη ζωή μας, γεμίζοντας αναμνήσεις και συναισθήματα όχι μόνο τις γιορτές, αλλά κάθε μέρα που το κοιτάμε!
Γιατί η κάθε του λεπτομέρεια, με τα χρόνια ντύθηκε με ένα σωρό από ιστορίες, παραμύθια και συναισθήματα. Μας μεγάλωσε, μας δυνάμωσε και κυρίως μας θυμίζει τι σημαίνει να προσφέρεις με την ψυχή σου, τι σημαίνει να αγαπάς με όλη σου τη δύναμη. Τι σημαίνει να είσαι γονιός!


Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

ΕΠΙ ΜΝΗΜΑΤΩΝ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)



ΕΠΙ ΜΝΗΜΑΤΩΝ (Του Δημήτρη Λιαντίνη)



Εγώ Δημήτριος Μονομάχος, εγκάτοικος στο συρματόπλεγμα της ανθρώπινης βουής, για να περιγράψω ό,τι στοχάζομαι λέγω:
...................................................................................................

Είδα τους ξωμάχους ξεγελασμένους, να κοάζουν στα λατιφούντια της στεκάμενης χώρας.

Τους μισούς πλεγμένους στο βούρλο, και τους άλλους αποκάτω στη ρίζα της πικροδάφνης.

Και απάνω τους ζούνιζε σύννεφο το κουνούπι. Και η τεφρή λασπουριά να τους βαρεί στο λαιμό.

Τους σποριάδες στους πέντε ανέμους, που το χέρι τους έδινε κι έπαιρνε ωραίο θυμιατό των αγρών.

Τους βοσκούς να κουβαλούν το ταγάρι του Μάη στον ώμο, καθώς ο Χριστός το αρνί της λευκότης του.

Και στο βυθό, των μαργαριταριών τους ψαράδες, που μάζευαν ένα – ένα, από την πίσω μεριά του σκυλόψαρου, το δικό τους δάκρυο.

Και άρχιζαν από της Παναγιάς της Μεσοσπορίτισσας έως μπρος πίσω στ’ Αη-Γιαννιού του Ριγανά να προσπέφτουνε και να δέουνται.

Κάτω από τα εικονίσματα των βουνών και το μεγάλο αχειροποίητο τρούλο.

Όταν αστρονομίζουνταν, άλλοτε με το πέταγμα του χελιδονιού στα χαμηλά, κι άλλοτε με της γάτας το νίψιμο ή το λάλημα του χοχλιού στα ψηλώματα.

Και το πιο συχνά διαβάζανε το φεγγάρι. Πούθε έγερνε και τι κύκλους είχαν τα μάτια του.

Και με το χέρι κράταγαν πάντοτε την καρδιά τους, να τους σφίγγει ανάμεσα ελπίδα και φόβο. Καθώς οι άρρωστοι, που δε φτάνει ο γιατρός στο χωριό τους.

Γιατί δε βόλευε ν’ απεργήσουνε του καιρού, ούτε να πετροβολήσουν τις αύρες και τα χαλαζοβόλα.

Κάθε που του καλού καθούμενου κατέβαιναν να τους μαστιγώσουν στο πρόσωπο, και να τους μαυρίσουν το μάτι.

Όμως, κυττάζοντας πέρα από την ορφάνια τους, έβλεπες τον ορίζοντα καθαρό. Σα να ‘χε η καταιγίδα περάσει, και να τραβούσε γι’ αλλού.

Και οι ξωμάχοι να κατοικούν τις καλλιεργήσιμες λίμνες, που είχαν αποξηρανθεί οι αρρώστιες.

Παρά δε από το στέγνωμα του δικού τους κορμιού, και όχι από τη φροντίδα του κράτους. Όπου έμοιαζαν να αναπνέουν.

Σε μεγάλη απόσταση μέσα στην ευωδία του δυόσμου.

Και το πράγμα γινότανε καθαρό προπαντός στα τρυγοπατήματα. Όποταν έβραζε στα πιθάρια το μυστικό σταφύλι.

Όσο να καθαρίσει σε κρασί και η μαντοσύνη του να λυθεί στη γλώσσα του Διονύσου.

*
Έτσι στερνός, ο κορυφαίος των ξωμάχων παρέλασε στο θέατρο του Ηρώδη και της Ρηγίλλας.

Λίγο ψηλότερα από τις μαρμαρωμένες πλάκες σηκώνουντας το φέρετρο με το είδωλον του αιώνος.

Αυτός

Ο τελευταίος Έλληνας

Που πια τό ‘βλεπες φως φανάρι, ότι πίσω από την προσωπίδα του έλαμπε η υγεία του άγουρου.

Που ερχότανε από το νησί του Μίνωα και τη δυναστεία των Ατρειδών και τον πρώτο καιρό της γεωμετρικής άνοιξης.

Και ίσα στο σκαλοπάτι της έξοδος, είχε μία – μία περάσει τις λυκοποριές του  Ω ς  π ό τ ε,  ω ς  π ό τ ε , και του  Π ρ ο ς  τ ι,  π ρ ο ς  τ ι;  κ α ι  τ ο υ  φ τ ά ν ε ι  π ι α,  φ τ ά ν ε ι  π ι α.

Ωσάν να επερίμενε τους όσους, καθώς τα κορίτσια ωραίους, και καθώς τα δένδρα αληθινούς, και καθώς τους ποιητές ελάχιστους, για να βοήσει μαζί τους:

Θα τη φέρουμε την Ευρυδίκη πάλι
Σ τ ο φ ω ς,   σ τ ο φ ω ς,   σ τ ο φ ω ς.


Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Ο ΛΑΟΣ (Γ. ΡΙΤΣΟΣ)



Ο ΛΑΟΣ (Του Γιάννη Ρίτσου)



Τούτος ο λαός, αφέντη μου, δεν ξέρει πολλά λόγια,

σωπαίνει, ακούει, κι όσα του λες τα δένει κομπολόγια.

Και κάποιο βράδυ - πες σαν χτες - υψώνει το κεφάλι

κι αστράφτουνε τα μάτια του κι αστράφτει ο νους του πάλι.

Κι όπως περνάν κι όπως βροντάν, μαδάει ο αγέρας ρόδα

κι από τη λάσπη ξεκολλά της Ιστορίας η ρόδα.

Και τούτο το περήφανο, τ' άμετρο ψυχομέτρι,

μόνη σημαία το φως κρατεί, μόνο σπαθί το αλέτρι.

Κι από τους τάφους ξεκινάν όλοι οι νεκροί του Αγώνα

και μπαίνουν πάλι στη σειρά με σιδερένιο γόνα.

Και φέγγουνε τα μάτια τους σ' όλο το μέγα βάθος

σάμπως Ανάστασης κεριά μετά από τ' Άγιο Πάθος.

Νάτος, περνάει ο αδούλωτος στρατός της δικαιοσύνης

και πάει να σπείρει όλη τη γης με στάρι κι άστρα ειρήνης.

Κι ως πάνω τους η Λευτεριά πάλλοντας ανατέλλει

φουσκώνει η άκρατη καρδιά του ανθρώπου σαν καρβέλι.




Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ ΥΠΟΝΟΜΕΥΕΤΑΙ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΨΥΧΗ ΑΡΓΟΠΕΘΑΙΝΕΙ...(Ο. ΕΛΥΤΗΣ)



Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ ΥΠΟΝΟΜΕΥΕΤΑΙ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΨΥΧΗ ΑΡΓΟΠΕΘΑΙΝΕΙ... (Του Οδυσσέα Ελύτη)


Μέσα σ᾿ ἕνα τέτοιο πνεῦμα εἶχα κινηθεῖ ἄλλοτε, ὅταν ἔλεγα ὅτι ἕνα τοπίο δὲν εἶναι, ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο ἁπλῶς σύνολο γῆς, φυτῶν καὶ ὑδάτων. Εἶναι ἡ προβολὴ τῆς ψυχῆς ἑνὸς λαοῦ ἐπάνω στὴν ὕλη.
Θέλω νὰ πιστεύω — καὶ ἡ πίστη μου αὐτὴ βγαίνει πάντοτε πρώτη στὸν ἀγώνα της μὲ τὴ γνώση — ὅτι, ὅπως καὶ νὰ τὸ ἐξετάσουμε, ἡ πολυαιώνια παρουσία τοῦ ἑλληνισμοῦ πάνω στὰ δῶθε ἢ ἐκεῖθε τοῦ Αἰγαίου χώματα ἔφτασε νὰ καθιερώσει μιὰν ὀρθογραφία, ὅπου τὸ κάθε ὠμέγα, τὸ κάθε ὕψιλον, ἡ κάθε ὀξεία, ἡ κάθε ὑπογεγραμμένη δὲν εἶναι παρὰ ἕνας κολπίσκος, μιὰ κατωφέρεια, μιὰ κάθετη βράχου πάνω σὲ μιὰ καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοὶ ἀμπελῶνες, ὑπέρθυρα ἐκκλησιῶν, ἀσπράκια ἢ κοκκινάκια, ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, ἀπὸ περιστεριῶνες καὶ γλάστρες μὲ γεράνια.
Εἶναι μία γλώσσα μὲ πολὺ αὐστηρὴ γραμματική, ποὺ τὴν ἔφκιασε μόνος του ὁ λαός, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ δὲν ἐπήγαινε ἀκόμη σχολεῖο. Καὶ τὴν τήρησε μὲ θρησκευτικὴ προσήλωση κι ἀντοχὴ ἀξιοθαύμαστη, μέσα στὶς πιὸ δυσμενεῖς ἐκατονταετίες. Ὥσπου ἤρθαμ᾿ ἐμεῖς, μὲ τὰ διπλώματα καὶ τοὺς νόμους, νὰ τὸν βοηθήσουμε. Καὶ σχεδὸν τὴν ἀφανίσαμε. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τῆς φάγαμε τὰ κατάλοιπα τῆς γραφῆς της καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τῆς ροκανίσαμε τὴν ἴδια της τὴν ὑπόσταση, τὴν κοινωνικοποιήσαμε, τὴν μεταβάλαμε σὲ ἕναν ἀκόμα μικροαστό, ποὺ μᾶς κοιτάζει ἀπορημένος ἀπὸ κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας τοῦ Αἰγάλεω.
Δὲν ἀναφέρομαι σὲ καμμιὰ χαμένη γραφικότητα. Οὔτε θυμᾶμαι νά ᾿χω ζήσει σὲ καμμιὰ καλὴ ἐποχὴ γιὰ νὰ τὴ νοσταλγῶ. Ἁπλῶς, δὲν ἀνέχομαι τὶς ἀνορθογραφίες. Μὲ ταράζουν. Νιώθω σὰν ν᾿ ἀνακατώνονται τὰ γράμματα στὸ ἴδιο μου τὸ ἐπώνυμο, νὰ μὴν ξέρω ποιὸς εἶμαι, νὰ μὴν ἀνήκω πουθενά. Τόσο πολὺ αἰσθάνομαι νὰ εἶναι ἡ ζωή μου συνυφασμένη μ᾿ αὐτὴν τὴν «ὑδρόγεια λαλιά», ποὺ δὲν εἶναι παρὰ ἡ ὀπτικὴ φάση τῆς ἑλληνικῆς λαλιᾶς, τῆς ἱκανῆς μὲ τὴ διπλή της ὑπόσταση νὰ ὁμιλεῖ καὶ νὰ ζωγραφίζει συνάμα. Καὶ ποὺ ἐξακολουθεῖ ἀθόρυβα ὅσο καὶ δραστικά, παρὰ τὶς ἄνωθεν ἐπεμβάσεις, νὰ εἰσχωρεῖ ὁλοένα μέσα στὴν ἱστορία καὶ μέσα στὴ φύση ποὺ τὴ γέννησαν, ἔτσι ὥστε νὰ μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σὲ παρόν, καὶ νὰ μετατρέπεται ἀπὸ τὸ παρὸν αὐτὸ σὲ ὄργανο προικισμένο μὲ τὴ δύναμη νὰ ὁδηγεῖ τὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς μας στὴν πρωτογενὴ φυσική τους ἀλήθεια.


Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

AGAPITOS LINES (Π. ΚΟΡΟΒΕΣΗΣ)



AGAPITOS LINES (Του Περικλή Κοροβέση)



Είχες χαθεί από μέρες.
Ούτε ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή
ούτε κάποιο σημείωμα κάτω από την πόρτα.
Κατέβηκα στο λιμάνι
και έψαχνα για την άγονη γραμμή.
AGAPITOS LINES,
με τις βρόμικες τουαλέτες
και τα χυδαία φαγητά.
Περίμενα πως κάπου εδώ θα σε έβρισκα.
Ανέβαινα και κατέβαινα σκάλες.
Γύριζα στα σαλόνια και τις κουπαστές.
Τίποτα.
Και φτάναμε στα λιμάνια μέσα στη νύχτα.
Χάζευα τα φώτα.
Ξαναφεύγαμε.
Και σε ξανάψαχνα.
Μου πήρε πολύ καιρό να καταλάβω.
Δεν ταξίδευα. Βούλιαζα.