Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

AGAPITOS LINES (Π. ΚΟΡΟΒΕΣΗΣ)



AGAPITOS LINES (Του Περικλή Κοροβέση)



Είχες χαθεί από μέρες.
Ούτε ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή
ούτε κάποιο σημείωμα κάτω από την πόρτα.
Κατέβηκα στο λιμάνι
και έψαχνα για την άγονη γραμμή.
AGAPITOS LINES,
με τις βρόμικες τουαλέτες
και τα χυδαία φαγητά.
Περίμενα πως κάπου εδώ θα σε έβρισκα.
Ανέβαινα και κατέβαινα σκάλες.
Γύριζα στα σαλόνια και τις κουπαστές.
Τίποτα.
Και φτάναμε στα λιμάνια μέσα στη νύχτα.
Χάζευα τα φώτα.
Ξαναφεύγαμε.
Και σε ξανάψαχνα.
Μου πήρε πολύ καιρό να καταλάβω.
Δεν ταξίδευα. Βούλιαζα.

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ (Τ. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ)



ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ (Της Τόνιας Νικολοπούλου)



Ξημέρωσε πάλι χωρίς σου..

Σε ποιο φως να σε ψάξω;

Σε όλες τις θάλασσες σε ταξίδεψα
σε όλα τα ναυάγια σε γύρεψα
σε όλα τα όνειρα σου μίλησα

Σε ποιο σκοτάδι να σε ψάξω;

Σκιά έγινα - δεν με βρήκες
ψίθυρος έγινα - δεν με άκουσες
άνεμος έγινα - με σκόρπισες....


Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

ΜΗΝ ΤΟΝ ΡΩΤΑΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ (Μ.ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ-Γ.ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ)



ΜΗΝ ΤΟΝ ΡΩΤΑΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ (Τραγούδι των Γιάννη Ιωαννίδη και Μάνου Χατζηδάκη)


Λόγο στο λόγο και ξεχαστήκαμε
μας πήρε ο πόνος και νυχτωθήκαμε
σβήσε το δάκρυ με το μαντίλι σου
να πιω τον ήλιο μέσα απ’ τα χείλη σου.

Μην τον ρωτάς τον ουρανό
το σύννεφο και το φεγγάρι
το βλέμμα σου το σκοτεινό
κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει.

Ό,τι μας βρήκε κι ό,τι μας λύπησε
σαν το μαχαίρι κρυφά μας χτύπησε
σβήσε το δάκρυ με το μαντίλι σου
να πιω τον ήλιο μέσα απ’ τα χείλη σου.

Μην τον ρωτάς τον ουρανό
το σύννεφο και το φεγγάρι
το βλέμμα σου το σκοτεινό
κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει.


Δείτε τα παρακάτω σχετικά βίντεο.






ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ (Γ. ΡΙΤΣΟΣ)



ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ (Του Γιάννη Ρίτσου)



Αθήνα 16 Νοεμβρίου 1973
Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, - πως μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;
17 Νοεμβρίου
Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει : περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;


Δείτε παρακάτω το σχετικό βίντεο (κάνοντας κλικ στον σύνδεσμο).
 
ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ-"ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ"


Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

(ΚΑΠΟΙΕΣ...) "ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ" (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)



ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΑΠΟ ΤΟ "ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ"



ΚΥΚΝΟΣ
Ξεχαστήκαμε σ’ ἐκκλησιές ἀλειτούργητες
ἀπό τοῦ Λεονάρντο τά χρόνια.
Κρεμάσαμε στόν τοῖχο
τήν ἔμορφη πατρόνα τοῦ ρέμπελου
εἰκόνισμα μιᾶς ἀρχέγονης νιότης.
Σε λίμνες
σφηνωμένες στά γένια τῶν βράχων
εἴδαμε τήν ὄψη μας ξένη
νά σκιάζεται τό χαλικισμό τῶν ἀετῶν.
Αὐτό πού ἱστορήσαμε δέν ἦταν δικό μας.
Τούς τζοχανταραίους τῶν πρίνων
στά χαρακώματα κόκκινων λόφων
νά συντρίβουν τό δόρυ τοῦ χειμῶνα.
Τό χορό τῆς πρωίας
πού κρύφτηκε στά σπλάχνα τῆς ὀξυᾶς
καί στή συνοφρύωση τῆς ἀκίνητης πέτρας.
Ὁ δικός μας ἀγώνας
ὁ δικός μας καημός
θάφτηκε στήν ἄκρουγη κόρδα μιᾶς λύρας
πού σάν τήν ἀγγίξεις θά σπάσει.


ΚΡΙΟΣ
Ἀφήνει τόν νυσταγμένο κάμπο
νά καλαμίζει ἀσημένιες κλωστές
καί χαράζει μέ τ’ ἀκράνυχα τοῦ ποδιοῦ στά χαλίκια
πόσα μεσημέρια τόν εἶδαν
να συγυρίζει τό παπάζι ἀκριβῆς ὀδαλίσκης.
Μέσα στά ἰσόπεδα κυττάγματα
στούς ἀντίδικους ἀναπαημούς τῆς ἄλλης
πλαγιᾶς
στό χελιδόνισμα σκλαβωμένων νερῶν
καί στόν περιβολάρη τό χάρο.
Γιά λίγο παύει νά μηρυκάζει φύλλα σιωπῆς
καί ξεμακραίνοντας κομμάτι
ἀντροκαλιέται τόν ἴσκιο τῶν βράχων.


ΚΟΡΑΞ
Ξεραμένες ἁλυκές τ’ οὐρανοῦ τά μάτια.
Σαράντα μέρες κλάματα,
σαράντα νύχτες κλάματα.
Ὕστερα ἀπό τήν αἰχμαλωσία στήν ἄμμο
τό κυνηγητό στήν κοκαλίστρα
τή φωνή πού κρύφτηκε στήν κόψη τῶν σκορπιῶν
καί τά μαλλιά πού γενήκανε φίδια.
Ὕστερα ἀπό τό φονικό καί τό τίμημα
στό ζερβί ὦμο τῆς μετάνοιας
κούρνιασε κιόλας ἡ πρώτη τύψη.


ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ
Πρωί καί χλιμιντρίζουν τ’ ἄλογα
σκοινιασμένα στούς ἀφρούς τῆς ἀμεταμέλητης θάλασσας.
Βουή ἀπό γυμνά φύλλα τιμωρημένα
μέ σαράντα ραβδισμούς στήν ἀγορά τῶν ἀνέμων
σκαρφαλώνει στήν ὠμοπλάτη της Κυριακῆς
καί τά νερά του Πήλιου.
Ἐδῶ σαρακώνει τῶν ἑρπετῶν ὁ ἰχώρας
τήν μεστή νωχέλεια τῆς γαλήνης
καθώς ἡ σκουριά τίς φλέβες τοῦ μάρμαρου.
Καί τά φτερά τῆς ἀθάλης συντάσσει ὁ καιρός
μέ τά ξανθά ἀετώματα νά ἀντιδικήσουν
τώρα πού στόν ὕπνο τῆς ἐλιᾶς
ἀνυφαίνει ἡ ἀράχνη ἕνα δίχτυ ρυτίδες.
Τῶν ἀγρῶν ὅλοι οἱ μίσχοι λάγνοι
σαλεύουνε καί λούζονται
στήν κολυμπήθρα τῶν σπασμῶν.


ΖΥΓΟΣ
Ἐπίσημη ξένη καί ὡραία πού γυμνώνεις
τό χαῖρε
καί τόν ἥλιο ὡς τό κόκκαλο,
πού σπέρνεις τήν πλευρά τῆς χίμαιρας.
Σέ χαιρετοῦν
σάν ἀνοίγουν οἱ ὧρες μας
μέ τά φτερά τῶν ἀνέμων μαρμαίροντα
μέ τά τραγούδια στά γενέθλια τῆς θάλασσας.
Σε χαιρετοῦν
σάν βουλιάζουν οἱ πόθοι μας
διάττοντες γλάροι στήν κλεψύδρα τοῦ γέλιου σου,
ἐθελοντές τοῦ πανάρχαιου ἔπους
μέ τά κύκλια γυρίσματα.
Ἐπίσημη ξένη καί ὡραία
καλῶς μᾶς κόπιασες ὡς νά κοπάσεις.



ΚΥΝΕΣ ΘΗΡΕΥΤΑΙ
Ἱππήλατο ξεκίνημα ἀπό τό προγονικό μετόχι
στήν πύλη τοῦ νεροῦ καί τῆς φωτιᾶς.
Τέρμα θεληματικό σέ διάσελο
κρεμασμένο
στήν ἐρείπωση ἀκατέλυτου οὐρανοῦ.
Σά νά γλυστράει τό ἕλκυθρο ἀχτινότροχο
κάποιας ἀλαργινῆς βεβαιότητας.
Τά δέντρα διανεύουν, καί χαιρετοῦν, καί σεβάζονται.
Ἤ λυγίζουν
στό βίαιο πέρασμα ἄνεμου καρποφόρου.
Νάταν οἱ Μοῖρες, νάταν οἱ Μυροφόρες;



ΑΕΤΟΣ
Θα γενεί τρόπος να λυγίσει
η επιμονή του αλυσοδεμένου Νόστου.
Με το φως βιάζοντας τα λοξά περάσματα
Και με το φως υλοτομώντας
διάσελα και ντερβένια στα πετρωτά βουνά
της Θηροφόνης και της Ελαφηβόλου
Δεν θα ελαττωθούν τα έλατα.
Και μήτε που θ' αρνηθούν οι ήχοι να στέρξουν
τη σιωπή να λειτουργήσουν
με νιάκαρες πολεμικές και ταμπούρλα.
Έως ότου σταλάζοντας στάλα τη στάλα
στη Μονή Δοχειάριου
αθανατίσουν τα ύψη.
Και το Δύσκολο βολετό θα γενεί
καθώς το μειλίχιο ήθος των χρωμάτων
θα νικήσει τη μοχθηρία των λιθαριών.
Ένα θυμωμένο φαρί
αλωνίζει τους ορίζοντες
καθώς ο τιμωρός με την πληγή Αχιλλέας.
Με χρυσά τα πέταλα
και μαλαματένια καρφιά
που τα τροχίζει της αστραπής το ακόνι .


ΤΙ ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ..; (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)



ΤΙ ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ..; (Του Δημήτρη Λιαντίνη από το "HOMO EDUCANDUS" σελ. 71 )



Αν αναρωτηθεί κανείς τι είναι τώρα που ζει,
τι θα 'ναι όταν πεθάνει, και τι ήταν προτού να γεννηθεί,
αν βουλιάξει στον υδράργυρο αυτής της απορίας
με τη γνώση ή με τη μνήμη πως το αύριο έφτασε κιόλας,
και πως το χθες το πήρε πια μαζί του ο ποταμός της Λήθης
με τα άσπρα κυπαρίσσια στις όχθες του,
αν ακούσει ν' ανεβαίνει στον ύπνο του
από το ουρανοκρέμαστο πηγάδι της αβύσσου
κάποια απόκριση στο ερώτημα,
σαν ηχώ αμετάδοτη και προσωπική,
τότε καλώς ερωτά, και καλώς αποκρίνεται.
Διαφορετικά να μην ερωτά για το μηδέν και το είναι.
Όπως δεν ερωτούν τα οικόσιτα κυνάρια και τα μανιτάρια.


Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

ΣΩΣΙΑΣ (Μ. ΑΛΥΓΙΖΑΚΗΣ)



ΣΩΣΙΑΣ (Του Μανώλη Αλυγιζάκη)



Σίγουρα δεν ήμουν εγώ
που έτρεχα χθες βράδυ στο προάστιο
με το πουκάμισο ολάνοιχτο
σαν ξεχασμένη ευσπλαχνία
με την καρδιά περιφραγμένη
στο γαλανό του αιθέρα λιόγερμα
σαν όνειρο που ξέχασε από πού ήρθε
δεν ήμουνα εγώ αλλά ο σωσίας μου
μες το σακίδιο που έκρυβε
παλιά φωτογραφία δυο αστεριών
που κολυμπούσαν στο λιμανάκι
δίδυμα πρόσωπα μες στον καθρέφτη
κι εκεί μια στάλα παραπέρα
στεκόσουν εσύ και με παρότρυνες
στην αγκαλιά σου να λουφάξω
το κόπο μου να ξεκουράσω
μα `γώ κρατούσα πάνω μου σφιχτά
εκείνο το μικρό αντικλείδι
έτοιμος να το βάλω στην καρδιά μου
να την ανοίξω φρέσκο τριαντάφυλλο στον κόσμο