Την Αρκαδία μου ζητάς,
εκεί που έκανα τα πρώτα μου ξενύχτια·
από κείνα τα χωριά ξεκίνησα
γδυτός κι ελεύθερος.
Το Ερεχθείο μου ζητάς, τον Παρθενώνα εκεί που έμαθα τη γλώσσα μου, αυτά που με ιδρώτα εχτισα και αίμα, ελεύθερος ή σκλάβος. Την Ολυμπία μου ζητάς εκεί που στεφανώθηκα σε αγώνα έντιμο και τίμιο κι οι ιαχές ακούστηκαν ως τη γλυκειά πατρίδα. Το Μεσολόγγι μου ζητάς, να προδώσω αυτούς που τη ζωή τους ξόδεψαν στην έξοδο απ’ τό θάνατο προς την ελευθερία. Την Πίνδο μου ζητάς εκεί που περπατήσαν στης αντίστασης τα χνάρια γενναίες ηπειρώτισσες, αντάρτες παλληκάρια. Τα πάντα μου ζητάς· δέ θα σου δώσω τίποτα και με τις αλυσίδες που κρατάς να με αλυσοδέσεις θα σε κρεμάσω απ’ τόν ιστό της σβάστικας που έστησες στης Τεγέας την ακρόπολη.
ΣΚΑΛΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ (Τραγούδι των "LED ZEPPELIN")
Υπάρχει μια κυρία που είναι σίγουρη,
πως ότι λάμπει είναι χρυσός.
Και αυτή αγοράζει μία σκάλα για τον ουρανό.
Όταν φτάνει εκεί ξέρει,
εάν τα καταστήματα είναι όλα κλειστά.
Με μια λέξη μπορεί να πάρει αυτό για το οποίο ήρθε.
Ooh, ooh, και αγοράζει μία σκάλα για τον ουρανό.
Υπάρχει ένα σημάδι στον τοίχο, αλλά θέλει να είναι σίγουρη,
επειδή όπως ξέρετε μερικές φορές οι λέξεις έχουν δύο έννοιες.
Σε ένα δέντρο δίπλα από το ρυάκι,
υπάρχει ένα πουλί που τραγουδά.
Μερικές φορές όλες οι σκέψεις μας είναι δοσμένες λάθος.
Ooh, αυτό με κάνει να αναρωτηθώ.
Ooh, αυτό με κάνει πραγματικά να αναρωτηθώ.
Υπάρχει ένα αίσθημα που παίρνω, όταν κοιτάζω προς στη δύση.
Και το πνεύμα μου φωνάζει για αναχώρηση.
Στις σκέψεις μου έχω δει δαχτυλίδια καπνού μέσα από δέντρα.
Και οι φωνές εκείνων που μόνιμα κοιτάνε.
Ooh, αυτό με κάνει να αναρωτηθώ.
Ooh, αυτό με κάνει πραγματικά να αναρωτηθώ.
Και ψιθυρίζεται ότι σύντομα, εάν όλοι συντονιστούμε,
ο αυλητής θα μας οδηγήσει στην αιτία.
Και μια νέα ημέρα θα ξημερώσει,
για εκείνους που έκαναν υπομονή.
Και τα δάση θα αντηχήσουν με το γέλιο.
Εάν υπάρχει αναταραχή στο διαχωριστικό φράχτη σας,
μην ανησυχήσετε τώρα.
Είναι απλώς μία καθαρή πηγή για την βασίλισσα του Μαίου.
Ναι, υπάρχουν δύο πορείες που μπορείτε να πάτε,
αλλά στο πέρασμα του χρόνου.
Υπάρχει χρόνος να αλλάξετε τον δρόμο που έχετε πάρει.
Και με κάνει να αναρωτηθώ.
Το κεφάλι σας βουίζει χωρίς σταματημό.
Σε περίπτωση που δεν ξέρετε,
ο αυλητής σε καλεί να ενωθείς μαζί του.
Αγαπητή κυρία, μπορείς να ακούσεις τον αέρα να φυσά.
Και ήξερες, ότι η σκάλα σας βρίσκεται στον αέρα που ψιθυρίζει.
Και καθώς κατεβαίνουνε το δρόμο σαν άνεμος,
οι σκιές μας ψηλότερες από την ψυχή μας.
Εκεί περπατά μια κυρία που όλοι ξέρουμε.
Η οποία λάμπει άσπρο φως και θέλει να δείξει,
πώς τα πάντα ακόμη αλλάζουν σε χρυσό.
Και εάν ακούσετε πολύ προσεχτικά,
ο τόνος θα έρθει και σε σας επιτέλους.
Όταν όλα είναι ένα και ένα είναι όλα,
να είσαι βράχος και να μη κυλάς.
Και αυτή αγοράζει μία σκάλα για τον ουρανό.
STAIRWAY TO HEAVEN
Theres a lady whos sure
All that glitters is gold
And shes buying a stairway to heaven.
When she gets there she knows
If the stores are all closed
With a word she can get what she came for.
Ooh, ooh, and shes buying a stairway to heaven.
Theres a sign on the wall
But she wants to be sure
cause you know sometimes words have two meanings.
In a tree by the brook
Theres a songbird who sings,
Sometimes all of our thoughts are misgiven.
Ooh, it makes me wonder,
Ooh, it makes me wonder.
Theres a feeling I get
When I look to the west,
And my spirit is crying for leaving.
In my thoughts I have seen
Rings of smoke through the trees,
And the voices of those who standing looking.
Ooh, it makes me wonder,
Ooh, it really makes me wonder.
And its whispered that soon
If we all call the tune
Then the piper will lead us to reason.
And a new day will dawn
For those who stand long
And the forests will echo with laughter.
If theres a bustle in your hedgerow
Dont be alarmed now,
Its just a spring clean for the may queen.
Yes, there are two paths you can go by
But in the long run
Theres still time to change the road youre on.
And it makes me wonder.
Your head is humming and it wont go
In case you dont know,
The pipers calling you to join him,
Dear lady, can you hear the wind blow,
And did you know
Your stairway lies on the whispering wind.
And as we wind on down the road
Our shadows taller than our soul.
There walks a lady we all know
Who shines white light and wants to show
How everything still turns to gold.
And if you listen very hard
The tune will come to you at last.
When all are one and one is all
To be a rock and not to roll.
And shes buying a stairway to heaven.
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ (Του Κωνσταντίνου Καβάφη)
-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και... δεν νομοθετούνε;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες•
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια•
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα•
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.
-Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα•
κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.
-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ' η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.
Κείνος ο περβολάρης. Το τραγούδι απόμακρα, πάνου απ' τις σκηνές.
Σπιθίζει η θάλασσα. Μέσα στα δίχτυα σπαρταρούν τα ψάρια, αστράφτουν. Ο
άγιος μόχτος. Είναι μια δυνατή σιωπή μέσα στο βράδυ. Αντίκρυ
ανάψανε τα φώτα. Ρίχνουμε και μείς τα δίχτυα της ψυχής μας μέσα στον
ουρανό, μέσα στη θάλασσα, μέσα στον κόσμο. Να πιάσουμε ένα αστέρι,
μια φωνή, κάποιο τραγούδι. Κάτι να δώσουμε και μείς, κάτι να πάρουμε.
Ο φάκελος της μέρας κολλημένος. Μια απλή διεύθυνση: Στους ανθρώπους.
Όχι. Στ' αδέρφια μας. Θα ξεδιπλώσουν τη θάλασσα. Θα διαβάσουν. Πώς
φέγγουνε τα μάτια τους. Χαμογελάνε. Ένα χαμόγελο δικό μας.
Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος. Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι΄ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.
Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:
ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία
και ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο. Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου. Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα, ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια. Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ΄ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ΄ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.
Τρέχεις πίσω από κάτι που πέθανε. Αναλώνεσαι να μιλάς για χαμένα
συναισθήματα. Χαμένα; Όχι ακριβώς, ματαιωμένα. Θλίβεσαι. Μελαγχολείς.
Δεν βρίσκεις αρκετά λες κίνητρα να ζήσεις. Βλάπτεις καθημερινά τον εαυτό
σου. Γδέρνεις τα πνευμόνια και τους βρόγχους σου με καπνό, καταπίνεις
ό,τι σκότος γύρω σου βρεις πρόσφορο, υλικό ή πνευματικό, αγνοείς τα όνειρα, καταναλώνοντας τον δικαιωματικό χρόνο τους χωρίς ύπνο, τυραννιέσαι. Ζωή...
Αχ, ζωή ατελείωτη ντόπα! Κρύβεται πίσω από κάθε φύλλο, πίσω από κάθε
ηλιοβασίλεμα, στο κύμα που αφρίζει και σου χαϊδεύει τα πόδια, στη γάτα
που χαϊδεύεται γουργουρίζοντας, κοιτώντας σε στα μάτια, στο νεαρό που
επιμένει ότι τον έχεις κατακτήσει και σ' ονειρεύεται, στην αγάπη των
παιδιών, σ' αυτή την ευφορία όταν, όποτε, περπατάς ανάμεσα στα δέντρα
την άνοιξη, παρατηρείς τα ίχνη που αφήνουν τα γυμνά σου πόδια στην άμμο,
ή ερωτεύεσαι το πρώτο τριαντάφυλλο. Αντιφάσεις,
συναρπαστικές αντιφάσεις, εναλλαγές. Μέχρι ένα τέλος ανέλπιστο, όπου όλα
ξάφνου σβήνουν, σαν να μην υπήρξαν, όπως σβήνει σιγά το φως απ' την
ταινία, στη σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα, το ίδιο για όλους. Όταν το
φως ξαναλάμψει, την επόμενη στιγμή, πια δε θα σ' αφορά. Ωστόσο ίσως
κομμάτια σου, ίχνη σαν εκείνα πάνω στην άμμο, θα περιφέρονται γύρω, μέσα
από εκείνους ή εκείνα που γέννησες, δημιούργησες ή σ' αγαπούν. Λόγια,
συναισθήματα, εσύ κάτω απ' τα δέντρα, εκείνος με το βλέμμα ψηλά, ή
γραμμένες πλέον ιστορίες σε χαρτιά, να συνθέτουν μικρά πρελούδια στο
μυριόφωνο ψίθυρο του χρόνου. Ανθρωπότητα! Τι περίεργο και εύθραυστο λουλούδι, τι πολύχρωμη μοναχική και εφήμερη φούσκα στην αιωνιότητα του χωρόχρονου!