Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΒΥΘΟ (Κ. ΣΤΑΘΑΚΟΠΟΥΛΟΥ)

 

ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΒΥΘΟ (Της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



Δεν έκανα ταξίδια μακρινά...
Δειλή η ματιά,
στο γέλιο του ορίζοντα κρυβόταν...
Κούμπωνε η ψυχή σφιχτά το πανωφόρι της,
οι στάλες των αχτίδων, το βάθος της μη βρουν...

Το πέρασμα του Ήλιου,
κλεφτά το ξέψυχο φιλούσε,
της συννεφιάς μη κόψει την ανάσταση..
Ήρεμο το φουρτούνιασμα της θάλασσας
και στην ορμή τ’ αγέρα,
εμπόδιο απ' το κατώφλι μου, η όψη...

Σφιχτά κλεισμένο το χαμόγελο,
περιπλανήσεις έκανε αλυσοδεμένο...
Κι οι μυρωδιές
Ίσα ... που αχνοφέγγανε ξεθύμασμά τους,
πνιγμένες στων βράχων τον μακρόσυρτο λυγμό...

Πέτρες απλώνονταν στο διάβα μου...
Σκληρή η σάρκα τους, ψηλό τ’ ανάστημα τους,
το πάτημα μου τρόμαζαν...
Βουνό τα στερεότυπα σαν βγαίναν,
στο άπλωμα τους, φραγμό μου βάζαν στις ελπίδες...

Και οι αιώνες,
στα πέπλα τα μαβιά τους, ‘κρύβαν
το πέρα... απ’ τον ορίζοντα...
Μη και το δω...
Τον τοίχο μου μη θέλω να τρυπήσω..

Αχ … να μπορούσα..!
Ορμή απ’ τ’ ανέλπιστο να φούντωνα
και πυρκαγιά στο άχρωμο να βάλω...
Τα χαρακώματα απ' τα πρέπει, στάχτη να κάνω...
Δική μου άνοιξη να πυρπολήσω...
Τα θέλω μου να ζήσω...
Και ας καώ...



Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΑΝ ΚΙ' ΑΥΤΗ (C. EMERALD)




ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΑΝ ΚΙ' ΑΥΤΗ (Τραγούδι της Caro Emerald)



Aπό εκεί που είσαι
βλέπεις τον καπνό που αρχίζει να ανεβαίνει
εκεί που παίζονται χαρτιά
Και περπατάς, κινείσαι αργά περνώντας τους φρουρούς
Τα στοιχήματα αρχίζουν να ανεβαίνουν
Μπορείς να το νιώσεις στην καρδιά σου
Μπλοφάρει
Είναι ο άσσος που δεν σκέφτηκες ποτέ να παίξεις τόσο πολύ
Και τώρα είναι περισσότερο από όλες τις κάρτες που θες να αγγίξεις.
Δεν ξέρεις ποτέ αν το να κερδίσεις θα ήταν ποτέ αρκετό
Κοίτα, πάνω από το φεγγάρι βλέπεις τα άστρα
Και όταν κοιτάς γύρω γνωρίζεις το δωμάτιο απέξω
Δεν το είχα ονειρευτεί ποτέ
Είχες ονειρευτεί ποτέ μια νύχτα σαν κι αυτή;
Δεν μπορώ να το πιστέψω
Μπορεί να μην ζήσω ποτέ μια νύχτα σαν κι αυτή
Όταν νομίζεις ότι όλα είναι ημιτελή
Αρχίζει να συμβαίνει όταν είσαι μάγουλο με μάγουλο
Μπορείς να το ονειρευτείς;
Δεν είχα ονειρευτεί ποτέ μια νύχτα σαν κι αυτή
Πόσες φορές περίμενα πίσω από την πόρτα
να ακούσω αυτούς τους χτύπους;
Για να ακούσω πως κάποιος με όμορφη αύρα έχει μόλις φτάσει
Και να ανοίξω για να δω
τον κόσμο μου μπροστά στα μάτια μου
Αυτή η σιλουέτα δημιουργεί μια εικόνα
μέσα στη νύχτα που δεν μπορώ να ξεχάσω
Έχει το άρωμα του κάτι διαφορετικού
Δεν μπορώ να ηρεμήσω
αν αντισταθώ στον πειρασμό
Ξέρω σίγουρα ότι θα χάσω το στοίχημα
Φέυγω μακριά και ξαφνικά καταλαβαίνω
ότι δεν είμαι μόνη
στέκεται μπροστά μου
σταματώ πριν φύγει
Δεν το είχα ονειρευτεί ποτέ
Είχες ονειρευτεί ποτέ μια νύχτα σαν κι αυτή;
Δεν μπορώ να το πιστέψω
Μπορεί να μην ζήσω ποτέ μια νύχτα σαν κι αυτή
Όταν νομίζεις ότι όλα είναι ημιτελή
Αρχίζει να συμβαίνει όταν είσαι μάγουλο με μάγουλο
Μπορείς να το ονειρευτείς;
Δεν είχα ονειρευτεί ποτέ μια νύχτα σαν κι αυτή
Δεν το είχα ονειρευτεί ποτέ
Είχες ονειρευτεί ποτέ μια νύχτα σαν κι αυτή;
Δεν μπορώ να το πιστέψω
Μπορεί να μην ζήσω ποτέ μια νύχτα σαν κι αυτή
Όταν νομίζεις ότι όλα είναι ημιτελή
Αρχίζει να συμβαίνει όταν είσαι μάγουλο με μάγουλο
Μπορείς να το ονειρευτείς;
Δεν είχα ονειρευτεί ποτέ μια νύχτα σαν κι αυτή

 

Α Night Like this – Caro Emerald


From where you are,
you see the smoke start to arise,
where they play cards.
And you walk over, softly moving passed the guards.
The stakes are getting higher.
You can feel it in your heart.
He calls you bluff.
He is the ace you never thought he played that much.
And now it’s more than all this cards you want to touch.
You never know if winning this could really be enough.
Take a look, beyond the moon you see the stars.
And when you look around, you know the room by heart.
I have never dreamed it.
Have you ever dreamed a night like this?
I cannot believe it.
I may never see a night like this.
When everything you think is incomplete.
Starts happening when you are cheek to cheek.
Could you ever dream it?
I have never dreamed, dreamed a night like this.
How many times,
have I been waiting by the door to hear these chimes?
To hear that some one de bon air has just a arrived.
And opened up to see my world before my eyes.
That silhouette creates an image on the night I can’t forget.
It has the scent of something special, I can’t rest.
If I resist temptation, oh I know for sure that I will lose the bet.
I walk away and suddenly it seems I’m not alone.
In front of me he stands –Â I stop, before he goes.
I have never dreamed it.
Have you ever dreamed a night like this?
I cannot believe it.
I may never see a night like this.
When everything you think is incomplete.
Starts happening when you are cheek to cheek.
Could you ever dream it?
I have never dreamed, dreamed a night like this.
I have never dreamed it.
Have you ever dreamed a night like this?
I cannot believe it.
I may never see a night like this.
When everything you think is incomplete.
Starts happening when you are cheek to cheek.
Could you ever dream it?
I have never dreamed, dreamed a night like this.


Δείτε παρακάτω το σχετικό βίντεο.





ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΣΩΠΑΙΝΕΙ (Τ. ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ)




ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΣΩΠΑΙΝΕΙ (Του Τάσου Λειβαδίτη)


Τὸ σούρουπο ἔχει πάντα τὴ θλίψη
ἑνὸς ἀτέλειωτου χωρισμοῦ
Κι ἐγὼ ἔζησα σὲ νοικιασμένα δωμάτια
μὲ τὶς σκοτεινὲς σκάλες τους
ποὺ ὁδηγοῦνε

ἄγνωστο ποῦ…
Μὲ τὶς μεσόκοπες σπιτονοικοκυρὲς
ποὺ ἀρνοῦνται
κλαῖνε λίγο
κι ὕστερα ἐνδίδουν
καὶ τ᾿ ἄλλο πρωί,
ἀερίζουν τὸ σπίτι
ἀπ᾿ τοὺς μεγάλους στεναγμούς…
Στὰ παλαιικὰ κρεβάτια
μὲ τὰ πόμολα στὶς τέσσερις ἄκρες
πλάγιασαν κι ὀνειρεύτηκαν
πολλοὶ περαστικοὶ αὐτοῦ του κόσμου
κι ὕστερα ἀποκοιμήθηκαν
γλυκεῖς κι ἀπληροφόρητοι
σὰν τοὺς νεκροὺς στὰ παλιὰ κοιμητήρια
Ὅμως ἐσὺ σωπαίνεις…
Γιατί δὲ μιλᾷς;
Πές μου!
Γιατί ᾔρθαμε ἐδῶ;
Ἀπὸ ποῦ ἤρθαμε;
Κι αὐτὰ τὰ ἱερογλυφικὰ τῆς βροχῆς πάνω στὸ χῶμα;
Τί θέλουν νὰ ποῦν;
Ὤ, ἂν μποροῦσες νὰ τὰ διαβάσεις!!!
Ὅλα θὰ ἄλλαζαν…
Ὅταν τέλος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ξαναγύρισα…
δὲ βρῆκα παρὰ τοὺς ἴδιους ἔρημους δρόμους,
τὸ ἴδιο καπνοπωλεῖο στὴ γωνιά…
Κι ὁλόκληρο τὸ ἄγνωστο
τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει…


Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

ΜΑΧΗΤΗΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ (Ι.ΔΑΥΡΟΣ)


ΜΑΧΗΤΗΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ (Του Ιωάννη Δαύρου)



Στην αρρένα μάχεσαι να κρατηθείς
σ' αντρειωμένο αγώνα μαχητής
της δόξας το έπαθλο να πάρεις...
Των όπλων σε συνεπήραν οι κλαγές
των μαχομένων οι κραυγές,
της μάχης αντάρες και φωτιές
θεριεύουν τη σκιά σου
και συ σαν ήρωας θέλεις να λάμψεις...
Αρνείσαι να παραδοθείς...
Κυνήγι τρανών τροπαίων
κρατώντας ψηλά τα περίτεχνα σύμβολα,
είδωλα και πολύχρωμες σημαίες
φουσκωμένα ιδανικά και αυταπάτες...
Κι' η νύχτα να έρχεται
ανίκητη κόρη του χάους
και να τυλίγει εσένα
που ακόμη αντιστέκεσαι...
Μια ζωή ν' αρνείσαι να παραδοθείς
θύμα πολέμων προδομένων...
Θιασώτης πλαστών παραστάσεων
αρνητής του πεπρωμένου
υπήκοος του φαινομένου
δεσμώτης σε ανεστραμένο όνειρο
και λιποτάκτης της θείας ουσίας...



ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ (Η. ΣΑΪΑ)



ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ (Τραγούδι της Ηρώ Σαϊα σε στίχους της)



Πληγωμένο το φεγγάρι απ' τη
Γη κάποιοι άνθρωποι στο δρόμο ναυαγοί
Χρόνια άνεργο το βλέμμα στη σιωπή
Ψάχνουν μέσα στα σκοτάδια
Μοναχοί γυρνούν τα βράδια

Έλα να πάμε μια βόλτα
Έλα μονάχα αυτό
Αυτό μας απέμεινε
Να δούμε η ζωή τι απέγινε
Κάτω απ' τα φώτα
Μια βόλτα
Έλα μονάχα αυτό
Αυτό μας απέμεινε
Να δούμε η ζωή τι απέγινε
Να πάμε μια βόλτα

Φοβισμένα τα αστέρια
Απ τη γη πεταμένα τα τραγούδια στη ζωή
Λόγια άστεγα στου ανθρώπου τη φωνή
Μα το αύριο δε λυγίζει
Ειν' εδώ κι ακόμα ελπίζει

Έλα να πάμε μια βόλτα
Έλα μονάχα αυτό
Αυτό μας απέμεινε
Να δούμε η ζωή τι απέγινε
Κάτω απ' τα φώτα
Μια βόλτα
Έλα μονάχα αυτό
Αυτό μας απέμεινε
Να δούμε η ζωή τι απέγινε
Να πάμε μια βόλτα!!



Δείτε το βίντεο παρακάτω.





ΛΕΥΚΟ ΧΑΡΤΙ (Η. ΣΑΪΑ)



ΛΕΥΚΟ ΧΑΡΤΙ (Τραγούδι της Ηρώ Σαϊα σε στίχους της)



Λευκό χαρτί είναι η ζωή
πάρε στιλό και γράψε ,
όλα τα λάθη τα σωστά

και στην καρδιά σου ψάξε.

Λευκό χαρτί και αν το θες
σημείωσε τα ωραία
τις ομορφιές τους έρωτες
τα πάθη τα μοιραία.

Τράβα μια μονοκοντυλιά
σβήσε όλα τα χαμένα
σβήσε τους πόνους την οργή
σβήσε όλα τα κλεμμένα,

κράτησε κείνες τις στιγμές τις δυνατές τις λίγες
ζωγράφισέ τες αν μπορείς μες τις λευκές σελίδες
ζωγράφισέ τες αν μπορείς μες τις λευκές σελίδες.

Λευκό χαρτί είναι η ζωή
γράψε και ας σε πονάει
κάθε σελίδα η μέρα σου
και πίσω δεν γυρνάει

Λευκό χαρτί η αγάπη σου
και μη τη μουτζουρώνεις
γράψε χωρίς να φοβηθείς
γράψε και ας ματώνεις .

Τράβα μια μονοκοντυλιά
σβήσε όλα τα χαμένα
σβήσε τους πόνους την οργή
σβήσε όλα τα κλεμμένα

κράτησε κείνες τις στιγμές τις δυνατές τις λίγες
ζωγράφισέ τες αν μπορείς μες τις λευκές σελίδες
ζωγράφισέ τες αν μπορείς μες τις λευκές σελίδες




"Καμία κρίση δεν είναι μόνον οικονομική και προφανώς ούτε αυτή που περνάμε τώρα. Αν σκεφτούμε μόνο τις «αξίες» που είχαμε τα τελευταία χρόνια θα καταλάβουμε πολλά....Όσον με αφορά προσωπικά βιώνω την κρίση όπως όλοι, δηλαδή δύσκολα! Προσπαθώ όμως να μην μένω εκεί, ψάχνω και βρίσκω καθημερινά τρόπους ώστε να μη με καταβάλλουν οι δυσκολίες και τα προβλήματα. Μια μέθοδος που έχω επιλέξει είναι το να προσπαθώ - ακόμα και αν δεν έχω διάθεση ή όρεξη κάποιες φορές - να μυούμαι στο ωραίο. Στο μέτρο των δυνατοτήτων τις ζωής μου καθημερινά επιλέγω να βλέπω ωραίες εικόνες, να ακούω ωραίες μουσικές, να συναναστρέφομαι ωραίους ανθρώπους, να ομορφαίνω την κάθε ημέρα μου με μικρά ωραία πράγματα. «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», έτσι νομίζω ότι και για εμένα αυτού του τύπου η ομορφιά θα τον σώσει...Τον προσωπικό μου κόσμο πάντως σίγουρα!"  
                                                                                        
                                                                                           (Από συνέντευξη της ποιήτριας)



Δείτε τα παρακάτω σχετικά βίντεο (κάνοντας "κλικ" στο σύνδεσμο).





 

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Ο ΜΑΤΡΟΖΟΣ (Γ.ΣΤΡΑΤΗΓΗΣ)




Ο ΜΑΤΡΟΖΟΣ (Του Γεωργίου Στρατήγη, 1860-1938)



Ένας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτός από τα χρόνια,
με κάτασπρα μακριά μαλλιά, με πύρινη ματιά,
σαν πλάτανος θεόρατος γυρμένος απ’ τα χιόνια,
περνούσε πάντα στο νησί τα μαύρα γηρατειά.
Είναι από κείνη τη γενιά κι ο γέρο καπετάνος
που ακόμα και στον ύπνο του την έτρεμε ο Σουλτάνος.
Είναι από κείνους που έχυσαν το αθάνατό τους αίμα,
από τους χίλιους που έβγαλες, πατρίδα μου χρυσή,
είναι από κείνους που έβαλαν στην κεφαλή σου στέμμα
και άγνωστοι σβηστήκανε στο δοξαστό νησί.
Είχες αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανό σου κι άλλα,
μα εκείνα που δεν έλαμψαν ήσανε πιο μεγάλα.
Σαν έγραψαν με το δαυλό της ιστορίας μόνοι,
χωρίς γι’ αυτούς τους ήρωες μια λέξη αυτή να πει,
με την πληγή τους για σταυρό κι ατίμητο γαλόνι,
άλλοι στα δίχτυα εγύριζαν και άλλοι στο κουπί.
Κι οι στολοκάφτες των Σπετσών, τ’ ατρόμητα λιοντάρια,
με τις βαρκούλες έπιαναν στο περιγιάλι ψάρια.
Ο γέρος μας παράπονο ποτέ δε λέει κανένα,
μα καπετάνους σαν ιδεί μες στα βασιλικά,
εκείνους που ‘χε ναύτες του με μάτια βουρκωμένα
στα περασμένα εγύριζε και στα πυρπολικά,
και ξαπλωμένος δίπλα μου, μου ‘λεγε εκεί στην άμμο
πόσα καράβια εκάψανε στην Τένεδο, στη Σάμο.
«Παιδί μου, τώρα εγέρασα, παιδί μου θ’ αποθάνω»,
στο τέλος πάντα μου ‘λεγε μ’ έν’ αναστεναγμό,
«Ένας Ματρόζος δεν μπορεί να κάνει το ζητιάνο,
μα να βαστάξω δεν μπορώ της πείνας τον καημό.
Κλαίω που αφήνω το νησί, θα πάω στην Αθήνα,
πριν πεθαμένο μ’ εύρετε μια μέρα από την πείνα…
Μου λεν, ο καπετάν Κωνσταντής, απ’ τα Ψαρά κει πέρα,
πως υπουργός εγίνηκε μεγάλος και τρανός,
κι αν θυμηθεί πως τη ζωή τού έσωσα μια μέρα
απ’ έξω από την Τένεδο, μπορούσε ο Ψαριανός
να κάνει τίποτε για με κι ίσως να δώσουν κάτι
σ’ εκείνον που ‘χε τάλαρα τη στέρνα του γεμάτη».
Πέντε έξι ημέρες ύστερα εμπήκε στο βαπόρι
κι ακουμπιστός περίλυπος επάνω στο ραβδί,
ως που στην Ύδρα έφθασε, εγύριζε στην πλώρη
το λατρευτό του το νησί ο γέροντας να δει.
Και σκύβοντας τα κύματα δακρύβρεχτος ερώτα,
πως φεύγει τώρ’ απ’ το νησί και πως ερχόταν πρώτα.
«Εδώ τι θέλεις, γέροντα;» ρωτά τον καπετάνο
στο υπουργείον εμπροστά κάποιος θαλασσινός
ντυμένος στα χρυσά. «Παιδί μου, είναι πάνω
ο Κωνσταντής;». «Ποιος Κωνσταντής;». «Αυτός… ο Ψαριανός».
«Δε λεν κανένα Ψαριανό, εδώ είναι Υπουργείο,
να ζητιανέψεις πήγαινε μες στο φτωχοκομείο!».
Ο γέρος ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι
και τα μαλλιά του εσάλεψαν σαν χαίτη λιονταριού
και με σπιθόβολη ματιά μες απ’ τα στήθια βγάνει
με στεναγμό βαρύγνωμο φωνή παλληκαριού :
«Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνοι σαν και σε δεν θα φορούσαν στέμμα!»
Τότε ο Κανάρης που άκουσε φιλονικία κάτου,
στο παραθύρι πρόβαλε να δει ποιος τον ζητεί
και το νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε η καρδιά του
και να ‘ρθει επάνω διέταξε με τον υπασπιστή.
Κάτι η φωνή του γέροντα του εξύπνησε στα στήθη,
κάτι που μοιάζει με όνειρο μαζί και παραμύθι.
Τον κοίταξε τα μάτια του μες στα μακριά του φρύδια,
που μοιάζανε σαν αετούς κρυμμένους στη φωλιά,
στον καπετάνο εφάνηκαν με την φωτιά την ίδια,
όταν τα εφώτιζε ο δαυλός τα χρόνια τα παλιά.
Κι ένας τον άλλο κοίταζε κατάματα οι δυο γέροι,
ο ημίθεος τον γίγαντα, ο ήλιος το αστέρι.
«Δεν με θυμάσαι, Κωνσταντή;» σε λίγο του φωνάζει,
«γρήγορα συ με ξέχασες, μα σε θυμάμαι εγώ!…».
«Ποιος το ‘λπιζε να δει ποτές», ο γέροντας στενάζει,
«τον καπετάνο ζήτουλα, το ναύτη υπουργό!…».
Και σκύβοντας την κεφαλή στα διάπλατά του στήθη,
τη φτώχεια του ελησμόνησε, τη δόξα του εθυμήθη.
«Ποιος είσαι, καπετάνο μου; Και ποιο ‘ναι το νησί σου;»,
ο Ψαριανός τον ερωτά με πόνο θλιβερό,
«πενήντα χρόνια, μια ζωή, περάσανε, θυμήσου
απ’ της καλής μου εποχής, εκείνης τον καιρό.
Μήπως στην Σάμο ήσουνα την εποχή εκείνη;
Στην Κω, στην Αλεξάνδρεια, στη Χιο, στη Μυτιλήνη;»
Απ’ έξω απ’ την Τένεδο …πενήντα πέντε χρόνια
επέρασαν απ’ την στιγμήν εκείνη, σαν φτερό.
Σαν να σε βλέπω Κωνσταντή, δε θα ξεχάσω αιώνια…
Ακόμα στο μπουρλότο σου καβάλα σε θωρώ…
Χρόνος δεν ήταν που ‘καψες στη Χιο τη ναυαρχίδα
κι ήταν η πρώτη μου φορά εκείνη που σε είδα…
Απ’ έξω απ’ την Τένεδο, θυμάσαι; Μια φρεγάδα
σ’ έβαλε εμπρός μ’ αράπικου αλόγου γληγοράδα
μ’ οχτώ βατσέλα πίσω της εμοιάζαν περιστέρια
κι εσύ γεράκι γύρω τους… επάνω στο μπουρλότο,
που την κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ’ αστέρια,
σαν δαίμονας μες στον καπνό γλυστρούσες και στον κρότο.
Σε καμαρώνω από μακριά… κι οι ναύτες κι ο λοστρόμος
μ’ εξώρκιζαν να φύγουμε τους είχε πιάσει τρόμος,
γιατί η αρμάδα ζύγωνε επάνω στο τιμόνι
θάρρος στους ναύτες σου έδινες… δεν βάσταξε η καρδιά μου,
σε μια στιγμή χανόσουνα, σε μια στιγμή και μόνη
και «όρτσα! μάινα τα πανιά!» φωνάζω στα παιδιά μου.
Στο στρίψιμο του τιμονιού μας σίμωσες… μ’ αντάρα,
ο Τούρκος κοντοζύγωνε η μαύρη μου καμπάρα
αστροπελέκια και φωτιές και κεραυνούς πετούσε,
μα σαν δελφίνι γρήγορα κι εκείνος εγλιστρούσε.
Οι ναύτες μου φωνάζανε: «Τι κάνεις καπετάνο;»
Κι εγώ τους λέω: «Τον Ψαριανό να σώσω κι ας πεθάνω…».
Και σου πετώ τη γούμενα… και δένεις το μπουρλότο…
κάνω τιμόνι δεξιά… το φλογερό το χνώτο
του Τούρκου θα σε βούλιαζε – θυμάσαι; Σου φωνάζω,
«Πρώτος απ’ όλους ν’ ανεβείς», μα δεν μ’ ακούς κι αφήνεις
άλλοι ν’ ανέβουν… έσκυψα κι απ’ τα μαλλιά σ’ αδράζω,
και σ’ έσωσα κι εφύγαμε… μα δάκρυα βλέπω χύνεις!…».
«Ματρόζε μου!» δακρύβρεχτος ο Κωνσταντής φωνάζει
και μες στα στήθη τα πλατιά σφιχτά τον αγκαλιάζει.
Κι ενώ οι δύο γίγαντες με τα λευκά κεφάλια
στ’ άσπρα τους γένεια δάκρυα κυλούσαν σαν κρυστάλλια,
δυο κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα από το χιόνι,
όταν του ήλιου το φιλί την άνοιξη το λειώνει.